Οι σημαντικότερες ασφαλιστικές έννοιες – μέρος 1ο

Αντασφάλιση
Αντασφάλιση είναι η ασφάλιση από τρίτο της ασφαλιστικής κάλυψης που προσέφερε ο ασφαλιστής ή πιο απλά η ασφάλιση μέρους του κινδύνου που ανέλαβε ένας ασφαλιστής από έναν άλλο εξειδικευμένο ασφαλιστή που ονομάζεται αντασφαλιστής. Με απλά λόγια, η αντασφάλιση είναι η ασφάλιση της ασφάλισης.

Αντικείμενο της Ασφάλισης
Αντικείμενο της Ασφάλισης μπορεί να είναι οποιαδήποτε περιουσία ουσιαστικής αξίας ή οποιοδήποτε γεγονός που, όταν συμβεί, θα προκαλέσει την απώλεια ενός νομικού δικαιώματος ή τη δημιουργία νομικής ευθύνης

Απαλλαγή
Απαλλαγή, είναι το συμφωνηθέν αφαιρετέο ποσό, από την αποζημίωση που καταβάλει ο ασφαλιστής και επιβαρύνει τον ασφαλιζόμενο. Μερικές φορές συμφωνείται, με όρο του ασφαλιστηρίου, ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από το να καταβάλει ένα μέρος των ζημιών, κάθε φορά που καλείται να αποζημιώσει, επιβαρύνοντας με το ποσό αυτό τον δικαιούχο. Έτσι, ζητείται από τον λήπτη της ασφάλισης, να αναλάβει ένα μέρος ευθύνης του κινδύνου για λογαριασμό του.

Αποζημίωση 
Αποζημίωση είναι μια ασφαλιστική αρχή που επιδιώκει να τοποθετήσει τον ασφαλισμένο μετά από μια ζημιά στην ίδια θέση, όσο είναι δυνατόν, που κατείχε πριν τη ζημιά. Δεν εφαρμόζεται στις Ασφαλίσεις Ζωής και κατά γενικό κανόνα στις Ασφαλίσεις Προσωπικών Ατυχημάτων. Αποζημίωση είναι επίσης η έκταση της ευθύνης του ασφαλιστή ή του αντασφαλιστή για μια ζημιά.

Απεργίες / Ανταπεργίες.
Ομαδική αποχή των εργαζομένων απο την εργασία ή κλείσιμο μιας επιχείρησης απο τον εργοδότη για να καταστείλει απεργία των εργατών (ανταπεργία).

Απάτη περι της Ασφάλειας.
Είναι ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 388 του Ποινικού Κώδικα. Στην περίπτωση αυτή, η ζημιά δέν συμβαίνει τυχαία, αλλα σκηνοθετείται ή πραγματοποιείται με σκοπό την είσπραξη της αποζημίωσης που προβλέπεται απο το Συμβόλαιο.

Ασφάλιση
Ασφάλιση είναι ένα κοινό ταμείο στο οποίο συνεισφέρουν οι πολλοί, για να καλύψουν τους ίδιους από μια τυχαία και μη αναμενόμενη ζημιά ( ή/ και γενικότερα από οποιαδήποτε ζημιά έχει προσυμφωνηθεί)

Ασφάλιση σε πρώτο κίνδυνο
Ασφάλιση σε πρώτο κίνδυνο, είναι η ασφαλιστική πρακτική που καλύπτει μόνο μέχρι ενός ανώτατου ορίου πιθανή ζημιά, παραβλέποντας τη συνολική αξία του ασφαλιζομένου πράγματος, που μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη και σε περίπτωση ζημιάς, δεν ισχύει ο αναλογικός όρος της υπασφάλισης. Σκοπός αυτής της μορφής ασφάλισης, είναι να καλύψει το μέγιστο ποσό ζημίας που μπορεί να προκληθεί και όχι το σύνολο της ασφαλιστικής αξίας.

Ασφαλισμένος
Στις περιπτώσεις ασφαλίσεων ζωής, «Ασφαλισμένος» είναι το πρόσωπο του οποίου η ζωή ασφαλίζεται. Στην έννοια του ασφαλισμένου περιλαμβάνονται και τα προστατευόμενα μέλη τα οποία είναι ο/η σύζυγος και τα ανύπανδρα τέκνα του κυρίως ασφαλισμένου που είναι δυνατόν να ασφαλιστούν σε ορισμένες συμπληρωματικές καλύψεις που προσφέρονται από συγκεκριμένα ασφαλιστικά προϊόντα.
Στις περιπτώσεις γενικών ασφαλίσεων όμως, όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «Ασφαλισμένος» εννοούμε το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) του οποίου τα πράγματα (περιουσία) ή τα συμφέροντα ασφαλίζονται.
Και στις δύο περιπτώσεις ασφαλισμένος και λήπτης της ασφάλισης μπορεί να είναι είτε το ίδιο πρόσωπο είτε διαφορετικά πρόσωπα.

Ασφαλιστήριο
Το ασφαλιστήριο είναι ένα ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό, το οποίο εκδίδεται από τον ασφαλιστή (αλλιώς είναι ανίσχυρο), ως οφείλει, υποχρεωτικά και αποδεικνύει την ασφαλιστική σύμβαση. Το έγγραφο αυτό έχει αποδεικτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα. Αν δεν υπάρχει ασφαλιστήριο, το περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αποδειχθεί μόνο με όρκο ή με ομολογία.

Ασφαλιστής
Η λέξη «Ασφαλιστής» δηλώνει την Ασφαλιστική Επιχείρηση, η οποία πρέπει να είναι μεγάλης κεφαλαιουχικής βάσης και υψηλής φερεγγυότητας και η οποία αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει το ασφάλισμα στον Δικαιούχο σε περίπτωση που συμβεί ο καλυπτόμενος κίνδυνος.
Βάση του Ν. 400/70, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα και ισχύει σήμερα, υπάρχουν δύο κατηγορίες ασφαλιστικών επιχειρήσεων και είναι :
· Ασφαλιστικές Επιχειρήσεις Ζημιών, που ασκούν ασφαλίσεις κατά Ζημιών,
· Ασφαλιστικές Επιχειρήσεις Ζωής, που ασκούν ασφαλίσεις Ζωής.
Ο όρος «Ασφαλιστές», όμως χρησιμοποιείται καταχρηστικά και για όλους εκείνους τους ανθρώπους που διαμεσολαβούν για να πραγματοποιηθεί η Ασφαλιστική σύμβαση. Δηλαδή τους διαμεσολαβούντες στην πώληση ασφαλιστηρίων αλλά και τους υπόλοιπους εργαζόμενους σε μια Ασφαλιστική Εταιρία.

Ασφαλιστική Αξία
Στην ασφαλιστική σύμβαση, ασφαλιστική αξία ονομάζεται η αντικειμενική, πραγματική αξία, ενός πραγματικού αντικειμένου, μια δεδομένη «στιγμή». Εξ’ ορισμού, η ασφαλιστική αξία αφορά μόνο σε ασφαλίσεις ζημιών πραγμάτων, που υπάρχει η δυνατότητα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους σε χρήμα, προς αντικατάσταση.
Σε μια σύμβαση, η ασφαλιστική αξία επιδέχεται αυξομειώσεις σε δεδομένες «στιγμές», λόγω παλαιότητας, υποτίμησης ή διαφοροποίησης.

Ασφαλιστικό Ποσό
Ασφαλιστικό ποσό ή ασφαλιζόμενο κεφαλαίο, είναι το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή, το οποίο συνομολογείται μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη της ασφάλισης ή ασφαλιζομένου, αναγράφεται στην ασφαλιστική σύμβαση και επ’ αυτού υπολογίζονται τα ασφάλιστρα.
Ασφαλιστική αξία ή ασφαλιστικό συμφέρον και ασφαλιστικό ποσό, πρέπει να είναι ένα και το αυτό, για να είναι πλήρης η ασφαλιστική κάλυψη.

Αξία αντικατάστασης καινούργιου.
Είναι το ποσό που απαιτείται για την ανακατασκευή η αντικατάσταση του κτιρίου ή του περιεχομένου, με καινούργιο της ίδιας χρήσης ή ποιότητας, συμπεριλαμβανομένων και των αμοιβών τρίτων.

Ετικέτες

[adrotate banner="18"]
[adrotate banner="5"]
[adrotate banner="6"]

Πρόσφατα Άρθρα

Follow Us

[et_bloom_inline optin_id="optin_3"]