Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών παρουσιάζουν μεγάλη έκθεση στον κίνδυνο συγκέντρωσης (38% του συνολικού κινδύνου τους) και στους κινδύνους πιστωτικών περιθωρίων (26%), ακινήτων (26%) και μετοχών (29%). Σε αντίθεση με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών, οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ζωής είναι οι κίνδυνοι μετοχών και επιτοκίου, οι οποίοι ανέρχονται στο 57% και στο 47%, αντίστοιχα, ως ποσοστό του συνολικού κινδύνου αγοράς. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο ως άνω κίνδυνος επιτοκίου παρουσίασε αύξηση 37%, καθώς το προηγούμενο έτος ανερχόταν μόνο σε 10%. Επίσης, χαρακτηριστικό είναι ότι ο συναλλαγματικός κίνδυνος για τις επιχειρήσεις αυτές έχει μειωθεί σημαντικά, καθώς ανέρχεται σε 9% (από 31% το προηγούμενο έτος), ενώ ο κίνδυνος ακινήτων είναι σχεδόν μηδενικός.
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μικτής δραστηριότητας παρουσιάζουν μεγάλη ανομοιομορφία ως προς την έκθεσή τους στους κινδύνους αγοράς. Σε κάθε κατηγορία κινδύνου αγοράς, υπάρχουν ασφαλιστικές επιχειρήσεις με σχεδόν μηδενική έκθεση, όπως και ασφαλιστικές επιχειρήσεις με αρκετά μεγάλη έκθεση. Ενδεικτικός είναι ο κίνδυνος μετοχών, ο οποίος αντιπροσωπεύει, σε ορισμένες περιπτώσεις, μέχρι και το 92% του συνολικού κινδύνου αγοράς στον οποίο εκτίθενται. Στις επιχειρήσεις αυτές, ο μεγαλύτερος εκ των κινδύνων αγοράς είναι ο κίνδυνος πιστωτικών περιθωρίων, με ποσοστό 42%, και ακολουθεί ο κίνδυνος μετοχών, με ποσοστό 34%.
Παρά το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, η ελληνική ασφαλιστική αγορά εμφανίζει επάρκεια κεφαλαίων καλής ποιότητας. Η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας (SCR) για το σύνολο της ασφαλιστικής αγοράς στις 31.12.2017 διαμορφώθηκε σε 1,8 δισεκ. ευρώ, με τα συνολικά επιλέξιμα ίδια κεφάλαια να ανέρχονται σε 3,1 δισεκ. ευρώ. Επιπροσθέτως, η συνολική Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση (MCR) διαμορφώθηκε σε 658 εκατ. ευρώ, με τα αντίστοιχα συνολικά επιλέξιμα ίδια κεφάλαια να ανέρχονται σε 2,98 δισεκ. ευρώ και να αφορούν εξολοκλήρου κεφάλαια Κατηγορίας 1.
Διαβάστε όλη την επισκόπηση εδώ.









