Χάνουν το «μπόνους» της μειωμένης προσωπικής διαφοράς οι περισσότεροι από τους ασφαλισμένους που θα καταθέσουν αίτηση συνταξιοδότησης φέτος. Πώς θα υπολογιστούν οι νέες απολαβές τους. Τα τρία «κομμάτια» του συνταξιοδοτικού παζλ.

Μειωμένες έως και 20% θα είναι οι συντάξεις των περίπου 70.000 ασφαλισμένων, οι οποίοι μπορούν να συνταξιοδοτηθούν εντός του 2017.

Μάλιστα, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι παρότι ο νόμος Κατρούγκαλου προβλέπει “μπόνους” μετάβασης στο νέο σύστημα της εθνικής – ανταποδοτικής σύνταξης για όσους συνταξιοδοτηθούν έως το 2018, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που αναμένεται να αποχωρήσουν εντός του τρέχοντος έτους δεν θα το καρπωθούν. Και αυτό γιατί η πρόνοια του νόμου αφορά μόνο όσους έχουν μειώσεις άνω του 20%.

Συγκεκριμένα, σε όσους συνταξιοδοτηθούν έως το 2018, αν το καθαρό προ φόρου ποσό της σύνταξής τους, υπολογιζόμενο με τον νέο τρόπο, υπολείπεται σε ποσοστό άνω του 20% του καθαρού προ φόρου ποσού της σύνταξης που θα λάμβαναν με τον παλιό τρόπο υπολογισμού, δηλαδή ακόμη και μετά από όλες τις μνημονιακές περικοπές, θα τους χορηγείται ένα μέρος της προσωπικής διαφοράς. Για το τρέχον έτος προβλέπεται η καταβολή του 33% αυτής της διαφοράς. Αντίστοιχα, όσοι φύγουν το 2018 θα λάβουν μόνο το 25% της διαφοράς ανάμεσα στην παλιά και τη νέα σύνταξη.

Σύμφωνα με υψηλόβαθμα στελέχη της κοινωνικής ασφάλισης, για το τρέχον έτος, και σύμφωνα με τις εγκυκλίους για τον υπολογισμό και τον επανυπολογισμό παλαιών και νέων συντάξεων, η προσωπική διαφορά για τη συντριπτική πλειοψηφία των περίπου 70.000 ασφαλισμένων που αναμένεται να συνταξιοδοτηθούν, θα κινείται πέριξ του ορίου του 20%. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν το σύνολο της μείωσης, χωρίς το “μπόνους” μετάβασης.

Οι νέες συντάξεις θα περιλαμβάνουν στην πράξη, τρία σκέλη. Το πρώτο αφορά στην εθνική, η οποία ανέρχεται σε 384 ευρώ, εφόσον πρόκειται για πλήρη σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας, με τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης. Στον αντίποδα, σε περίπτωση λιγότερων ετών ασφάλισης και έως 15, η εθνική σύνταξη θα καταβάλλεται μειωμένη κατά 2% για κάθε έτος που υπολείπεται της 20ετίας.

Το δεύτερο τμήμα της σύνταξης είναι το ανταποδοτικό και θα υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο των συντάξιμων αποδοχών του εργασιακού βίου από το 2002 μέχρι την ημερομηνία εξόδου. Στις συντάξιμες αποδοχές και στην εξαγωγή του σχετικού μέσου όρου συνυπολογίζονται και τα δώρα (Χριστουγέννων, Πάσχα, αδείας) καθώς και τα επιδόματα όπου καταβάλλονται.

Ειδικά για τους ελευθεροεπαγγελματίες /αυτοαπασχολούμενους, ως συντάξιμες αποδοχές νοούνται οι θεωρητικές αποδοχές που προκύπτουν από τη μετατροπή σε «εισόδημα» των τεκμαρτών κατηγοριών στις οποίες κατέβαλλαν εισφορές. Οι συντάξιμες αποδοχές θα προσαυξάνονται για όλους με βάση έναν συντελεστή για την ετήσια μεταβολή μισθών, ο οποίος όμως δεν έχει εκδοθεί ακόμη από την ΕΛΣΤΑΤ.

Η ανταποδοτική σύνταξη θα υπολογίζεται με συγκεκριμένους συντελεστές αναπλήρωσης κλιμακωτά, με βάση το σύνολο των ετών, μηνών και ημερών ασφάλισης. Για 40 χρόνια, η αναπλήρωση φτάνει στο 42,8% του μισθού ενώ για 35ετία, στο 33,8%.

Τέλος, το τρίτο σκέλος θα είναι η “προσωπική διαφορά”, ήτοι το ποσό που “περισσεύει” κατά τη σύγκριση της σύνταξης υπολογισμένης με τον παλαιό και τον νέο τρόπο. Εάν αυτή είναι πάνω από 20%, θα επιστρέφεται στον “τυχερό – άτυχο” το 1/3 του ποσού. Στον αντίποδα, εάν η σύνταξη με τον νέο τρόπο υπολογισμού είναι μειωμένη σε σχέση με το ποσό που αντιστοιχεί στον παλαιό τρόπο, κατά 19,99%, τότε ο ασφαλισμένος θα υποστεί το σύνολο της μείωσης, χωρίς να λάβει κάποιο μέρος της προσωπικής διαφοράς (μπόνους επιστροφής).

Μάλιστα, ο ίδιος ο αρμόδιος υφυπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης Τάσος Πετρόπουλος παραδέχθηκε ότι το πρώτο δείγμα του επανυπολογισμού του 10% των καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων βγάζει προσωπικές διαφορές της τάξης του 20%. Σύμφωνα με τους ειδικούς, μόνον ασφαλισμένοι που σκοπεύουν να αποχωρήσουν με πολλά χρόνια ασφάλισης ή και υψηλές αποδοχές θα είναι οι ωφελημένοι από το μπόνους της προσωπικής διαφοράς για το 2017, γιατί θα βγουν μειώσεις άνω του 20% και κατά συνέπεια θα επωφεληθούν από το μπόνους μετάβασης.

Στον αντίποδα, χάνουν το μπόνους και λαμβάνουν σημαντικά χαμηλότερες συντάξεις όσοι βγουν με μειωμένη σύνταξη, ή με 35ετία και χαμηλές συντάξιμες αποδοχές, γονείς με λιγότερα των 30 ετών ασφάλιση καθώς και τρίτεκνοι με λιγότερα των 30 ετών ασφάλιση, χωρίς δυνατότητες εξαγοράς.

Πηγή: euro2day.gr