Το παρόν αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 3 του π.δ. 298/1986, ήδη καταργηθέντος από την υπ’αριθμ. 31/30.9.2013 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, που επίσης καταργήθηκε από την υπ’αριθμ. 86/5.4.2016 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος. Αφορά ωστόσο ασφαλιστικούς πράκτορες, που είτε οφείλουν είτε έχουν και δικαστικές αντιδικίες με ασφαλιστικές εταιρείες, είτε εν ενεργεία είτε υπό εκκαθάριση, λόγω μη απόδοσης σε αυτές ασφαλίστρων.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του π.δ. 298/1986:
1. Ο ασφαλιστικός πράκτορας φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται ως θεματοφύλακας.
2. Στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου ο πράκτορας αποδίδει προς την ασφαλιστική επιχείρηση αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχείρισης του προηγουμένου διμήνου και της καταβάλλει κάθε πλεόνασμα. Εάν το παραπάνω πλεόνασμα δεν έχει καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα κατά τον οποίο πρέπει να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας.
3. Ο πράκτορας έχει υποχρέωση να αποστέλλει προς την ασφαλιστική επιχείρηση για ακύρωση, μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία παραλαβής τους, τα ασφαλιστήρια έγγραφα που δεν έχουν παραληφθεί από τους ασφαλιζομένους ή αυτά των οποίων δεν έχουν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα…… Σε περίπτωση που ο πράκτορας δεν αποστείλει τα πιο πάνω ασφαλιστήρια έγγραφα μέσα στην προθεσμία αυτή, και εφόσον του κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή σχετική όχληση από την ασφαλιστική επιχείρηση, για την απόδοση των ασφαλίστρων εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού.»
Από τις ανωτέρω διατάξεις του π.δ. 298/1986 προέκυπτε αναμφίβολα η υποχρέωση του ασφαλιστικού πράκτορα να αποδώσει τα ασφάλιστρα στην ασφαλιστική εταιρεία α) όταν τα έχει εισπράξει, αλλά και β) ακόμη και αν δεν τα έχει εισπράξει, σε περίπτωση που δεν μερίμνησε για την ακύρωσή τους εντός της ανωτέρω δίμηνης, από την παραλαβή του συμ- βολαίου, προθεσμίας.
Σύμφωνα επίσης με τη διάταξη του άρθρου 914 του Αστικού Κώδικα, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Άρα προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη),
β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης
γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, και
δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Σύμφωνα τέλος με το άρθρο 375 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος ιδιοποιείται παρανό- μως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 2 ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται:
α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο,
β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, όπως και λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του,
γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και
δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεως του στον ιδιοκτήτη, δηλαδή με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του.
Το ζήτημα που ανακύπτει από την ως άνω υποχρέωση απόδοσης ασφαλίστρων είναι υπό ποιες προϋποθέσεις ανακύπτει ευθύνη του ασφαλιστικού πράκτορα για αποζημίωση από αδικοπραξία.
Σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία των Δικαστηρίων, η παράνομη συμπεριφορά, που αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις αποζημίωσης από αδικοπραξία, μπορεί να συνίσταται σε υπαίτια πράξη ή παράλειψη από δόλο ή αμέλεια του δράστη. Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης υφίσταται, όταν η πράξη αυτή, καθ’ όν χρόνο και υφ’ όρους έλαβε χώρα, ήταν ικανή κατά την ανθρώπινη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει την προσγενόμενη ζημία. Ο χαρακτη ρισμός εξάλλου της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη. Η υποχρέωση για αποζημίωση από αδικοπραξία υφίσταται και στην περίπτωση κατά την οποία, ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπόκειται σε ποινικές κυρώσεις για την παρ’ αυτού τελεσθείσα ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη, υπό την προϋπόθεση, ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο παραβιασθείσα διάταξη έχει τεθεί για προστασία όχι μόνο του γενικού, αλλά και του ατομικού συμφέροντος, όπως είναι η αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης. Όμως μόνη η αθέτηση προϋφισταμένης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία. Δεν συνιστά υπεξαίρεση και γενικότερα αδικοπραξία η μη απόδοση χρημάτων, τα οποία δεν εισπράχθηκαν από τον ασφαλιστικό πράκτορα και τα οποία ο υπόχρεος όφειλε να τα εισπράξει, ακόμη και αν κατά τη συμφωνία των μερών ενέχεται να καταβάλει τα μη εισπραχθέντα εξ ιδίων, διότι αυτά δεν υπήρξαν “οπωσδήποτε περιελθόντα” σ’ αυτόν και συνεπώς δεν τα ιδιοποιήθηκε (ΑΠ 2039/2014).
άποψη του κ. Περικλή Πολυχρονίδη, Νομικού Συμβούλου ΕΕΑΕ & ΠΟΑΔ
Πηγή: τεύχος 26, διασφαλίζω ΕΕΑΕ, Σεπτέμβριος- Οκτώβριος 2015









