ALPHA BANK | Τα προβλήματα της κοινωνικής ασφάλισης

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print

Η κοινωνική ασφάλιση στην Ελλάδα στηρίζεται, πρωτίστως, στον πρώτο πυλώνα, δηλαδή στη διανεμητική υποχρεωτική δημόσια ασφάλιση, με το δεύτερο και ειδικά τον τρίτο πυλώνα να έχουν συγκριτικά με άλλες χώρες περιορισμένη ανάπτυξη, υποδηλώντας χαμηλό βαθμό διείσδυσης της ιδιωτικής ασφάλισης στη συνταξιοδοτική αγορά.

Οι καταβαλλόμενες συντάξεις της κύριας ασφάλισης του πρώτου πυλώνα καλύπτονται από τις εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών και από την κρατική χρηματοδότηση. Η κύρια ασφάλιση είναι το άθροισμα της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης. Η εθνική σύνταξη αποτελεί ένα πλαφόν το οποίο ορίζεται στα €384 για 20 έτη ασφάλισης, ενώ η ανταποδοτική είναι το κατ’ αναλογία τμήμα της σύνταξης βάσει του μισθού του εργαζομένου επί του οποίου καταβάλλονται οι εισφορές και είναι εξαρτώμενη από το ποσοστό αναπλήρωσης (κλιμακωτή αναλογία συντάξεων προς αποδοχές, με βάση τα έτη ασφάλισης) και το χρόνο ασφάλισης. Το ανταποδοτικό σκέλος των συντάξεων υπολογίζεται βάσει της μεθόδου των καθορισμένων παροχών, δηλαδή μιας προκαθορισμένης αναλογίας επί του συντάξιμου μισθού, συνυπολογίζοντας τα έτη προϋπηρεσίας του εργαζόμενου.

Το διανεμητικό σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο στηρίζεται στη διαγενεακή αλληλεγγύη και αποτελεί το βασικό κορμό του ελληνικού συστήματος συνταξιοδότησης, χαρακτηρίζεται από την άμεση στήριξη των συνταξιούχων από τους εργαζόμενους, υπό την έννοια ότι οι εισφορές των εργαζομένων πληρώνουν σημαντικό τμήμα των συντάξεων. Ως εκ τούτου,  ο δείκτης εξάρτησης, δηλαδή η αναλογία των συνταξιούχων προς τους εργαζόμενους, παίζει σημαντικό ρόλο στη βιωσιμότητα του συστήματος, ιδιαίτερα σε μια κοινωνία που γερνάει με ταχείς ρυθμούς, όπως αυτή της Ελλάδας.

Χαρακτηριστικές ως προς τις δημογραφικές εξελίξεις στην Ελλάδα είναι οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat) σε χρονικό ορίζοντα περίπου 45 ετών.

Σύμφωνα με τις πληθυσμιακές προβολές, η διάμεση ηλικία για τον ελληνικό πληθυσμό θα αυξηθεί κατά 6,4 έτη μέχρι το 2065 σε σχέση με το 2019, φθάνοντας στα 51,3 έτη. Κατ’ αναλογία, ο λόγος εξάρτησης των άνω των 65 ετών προς τους εργαζόμενους ηλικίας 15-64 ετών, προβλέπεται ότι από 34,6 το 2019 θα αυξηθεί σημαντικά το 2065, φτάνοντας στο 60,5, με το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 στο σύνολο του πληθυσμού να φτάνει το 33,1%, από 22% το 2019.

Οι προβλέψεις στηρίζονται στην υπόθεση ότι το προσδόκιμο ζωής θα αυξηθεί και το ποσοστό γεννητικότητας θα παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα, κάνοντας επίσης τη δυσμενή πρόβλεψη για σημαντική μείωση του συνολικού πληθυσμού της χώρας . Από τα δημογραφικά δεδομένα συνεπάγεται ότι αν το σύστημα της χώρας παραμείνει καθαρά διανεμητικό, οι μελλοντικές γενεές θα έρθουν αντιμέτωπες με σημαντικές μειώσεις στις παροχές τους και συνέχιση των ελλειμμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό.

Το εντεινόμενο δημογραφικό πρόβλημα και η προηγούμενη οικονομική κρίση επέβαλαν τη συγκράτηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης, η οποία κατέγραφε ανοδική πορεία ως ποσοστό του ΑΕΠ μέχρι και το 2012. Αξίζει να σημειωθεί ότι η χρηματοδότηση των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού συστήματος την δεκαετία 2000-2009 καλύφθηκε με εξωτερικό δανεισμό και ως εκ τούτου αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες διόγκωσης του δημοσίου χρέους.

Στη συνέχεια, παρά τις σημαντικές περικοπές στις συντάξεις που σημειώθηκαν τη δεκαετία 2010-2019, οι συνολικές συνταξιοδοτικές δαπάνες συνέχισαν να αυξάνονται, εξαιτίας και της συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της προηγούμενης κρίσης. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι, στην Ελλάδα, η συνταξιοδοτική δαπάνη το 2017 αποτελούσε το 16,5% του ΑΕΠ της χώρας, από 10,9% το 2000, ποσοστό μεγαλύτερο από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, με το μέσο όρο της ΕΕ-27 να βρίσκεται στο 12,8%. Δεδομένου ότι, μετά την ένταξη της χώρας στα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, ο εξωτερικός δανεισμός δεν ήταν εφικτός, η χρηματοδότηση των αναγκών του ασφαλιστικού συστήματος πραγματοποιήθηκε μέσω της αυξημένης φορολογίας και της περικοπής δαπανών σε σημαντικούς τομείς, όπως οι δημόσιες επενδύσεις, με αρνητικές συνέπειες στην ανάπτυξη. Ωστόσο, παρά το μεγάλο ποσοστό της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως προς το ΑΕΠ, η κατά κεφαλήν συνταξιοδοτική δαπάνη στη χώρα βρισκόταν σε επίπεδα χαμηλότερα (€2.907 κατ’ άτομο) του μέσου όρου της ΕΕ-27 το 2017 (€3.486 κατ’ άτομο).

Η επικουρική ασφάλιση στην Ελλάδα, η οποία είχε συσταθεί αρχικά από επαγγελματικά συνδικάτα και επιχειρήσεις, λειτουργεί συμπληρωματικά στην κύρια ασφάλιση. Μέχρι πρότινος, βασιζόταν στο διανεμητικό σύστημα καθορισμένων παροχών και χαρακτηριζόταν από μια πληθώρα επικουρικών ταμείων. Από το 2014, ωστόσο, εφαρμόστηκε σύστημα θεωρητικά καθοριζόμενων εισφορών για την επικουρική ασφάλιση (Notionally Defined Contributions). Τα επόμενα χρόνια ακολούθησε περαιτέρω εξορθολογισμός του ευρύτερου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, με την αλλαγή των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης το 2015 και την ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων για όλους τους συνταξιούχους και ασφαλισμένους το 2016, με ενιαίους κανόνες για εισφορές και παροχές (ΕΦΚΑ για τις κύριες και ΕΤΕΑΕΠ για τις επικουρικές συντάξεις).

Η μεταρρύθμιση που προωθείται στο άμεσο χρονικό διάστημα, η δημιουργία δηλαδή ενός ταμείου επικουρικής ασφάλισης βασικά για τους νέους ασφαλισμένους με βάση έναν κεφαλαιοποιητικό μηχανισμό, είναι αναγκαία συνθήκη προς τη σωστή κατεύθυνση. Η νέα μεταρρύθμιση μπορεί να αυξήσει τις αποταμιεύσεις και κατ’ επέκταση να προωθήσει τις επενδύσεις, περιορίζοντας ταυτόχρονα και το σκέλος της διανεμητικής χρηματοδότησης και διαφοροποιώντας τους κινδύνους του συνταξιοδοτικού συστήματος που συνδέονται με το δημογραφικό πρόβλημα.

Ωστόσο, παρόλο που έχει υιοθετηθεί τις τελευταίες δεκαετίες από μια πληθώρα χωρών παγκοσμίως, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα των δημογραφικών ανισορροπιών, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και της χαμηλής αποταμίευσης, η μετάβαση από ένα αμιγώς διανεμητικό σε ένα σύστημα μερικώς κεφαλαιοποιητικό, έστω και αν πρόκειται για τις επικουρικές συντάξεις, ενέχει ένα βαθμό αβεβαιότητας. Πως θα καλυφθεί η απώλεια εισφορών στο παλαιό διανεμητικό σύστημα; Με άλλα λόγια, πως θα χρηματοδοτηθεί το κόστος της μετάβασης; Η δυσκολία έγκειται στον τρόπο επιμερισμού και μετάθεσης του κόστους μετάβασης με δίκαιο τρόπο μεταξύ των γενεών, έτσι ώστε καμία γενεά, νέων ή ηλικιωμένων, να μην επωμιστεί μεγάλο βάρος.

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print

Ετικέτες

Πρόσφατα Άρθρα

Follow Us