Tι σημαίνει το Solvency II για την διαμεσολάβηση;

Τους  τελευταίους μήνες πολλά ακούγονται και πολλά πιθανολογούνται αναφορικά με τις επιπτώσεις του νέου εποπτικού πλαισίου για τις Ασφαλιστικές Επιχειρήσεις – του Solvency II – στην διαμεσολάβηση.  Το Solvency II τέθηκε σε ισχύ την 1.12016 ενώ ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο ως Ν.4364/2016. Είναι απόλυτα λογικό λοιπόν, από την στιγμή που το  ασφαλιστικό περιβάλλον   αλλάζει, να επηρεαστεί και η σχέση της διαμεσολάβησης με την ασφαλιστική αγορά ,εμμέσως . Πως όμως;

Η νέα νομοθεσία απευθύνεται στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εταιρίες και όχι άμεσα στον κλάδο της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Ο κλάδος της διαμεσολάβησης θα αντιμετωπίσει τις δικές του προκλήσεις με την προσαρμογή στο Ελληνικό Δίκαιο της Οδηγίας IDD (Insurance Distribution Directive), η οποία έχει ως κύριο στόχο την προστασία του καταναλωτή μέσω αυξημένων απαιτήσεων που αφορούν στην ενίσχυση του επαγγελματισμού αλλά και των απαιτούμενων προσόντων της διαμεσολάβησης. Η εν λόγω οδηγία μεταξύ άλλων,  επιδιώκει την αυξημένη διαφάνεια αναφορικά με τις προμήθειες που αφορούν σε υπηρεσίες διαμεσολάβησης, απαιτεί την άρτια πληροφόρηση του καταναλωτή στο στάδιο της  προσυμβατικής ενημέρωσης, ενώ παράλληλα ενισχύει σημαντικά τις απαιτήσεις για την εξυπηρέτηση μετά την ολοκλήρωση της πώλησης. Η αναθεωρημένη Οδηγία, που θα αντικαταστήσει στο άμεσο μέλλον την γνωστή σε όλους (ΙMD – Insurance Mediation Directive) θα ενισχύσει τους αυστηρούς κανόνες που έχουν ήδη θεσπιστεί από την ΜIFid II αναφορικά με την προώθηση των επενδυτικών  προϊόντων αλλά και τον Κανονισμό 1286/2014 ο οποίος αφορά επίσης στη αναλυτική ενημέρωση μέσω συγκεκριμένων εγγράφων  για τα επενδυτικά προϊόντα που συνδυάζονται με ασφάλιση και πωλούνται ως « πακέτο», τα γνωστά PRIP’s. Τα κράτη μέλη της Ε.Ε έχουν 24 μήνες στη διάθεση τους για να προσαρμόσουν την IDD στο τοπικό δίκαιο. Συνεπώς, εντός του 2018 , ο κλάδος της διαμεσολάβησης πλέον θα λειτουργεί στους ρυθμούς της νέας Οδηγίας. Η νέα Οδηγία IDD θα αναλυθεί εκτενώς σε επόμενο άρθρο.

Όπως έχει αναφερθεί  αρκετές φορές στο παρελθόν, το Solvency II φιλοδοξεί να επιτύχει την εδραίωση ενός σταθερού πλαισίου διαχείρισης κινδύνου στον ασφαλιστικό χώρο που πέραν των κεφαλαιακών απαιτήσεων, στοχεύει στην ολοκληρωμένη  χαρτογράφηση των πολιτικών αλλά και των διαδικασιών , επιφέροντας έτσι την πλήρη διαφάνεια. Από τις απαιτήσεις αυτές προκύπτουν οι έμμεσες επιπτώσεις  που προαναφέρθηκαν και στον τομέα της διαμεσολάβησης.

Ειδικότερα, κατά την διαμόρφωση των Κεφαλαιακών Απαιτήσεων Φερεγγυότητας των ασφαλιστικών εταιριών, μέσω του υπολογισμού του Απαιτούμενου Κεφαλαίου φερεγγυότητας (SCR) ,  η κατηγορία κινδύνου που αφορά στον κίνδυνο Αντισυμβαλλομένου, δηλαδή:

  • Στον κίνδυνο πιθανών ζημιών από μη προβλεπόμενη αφερεγγυότητα ή δυσκολία στην τήρηση υποχρεώσεων σημαντικών τρίτων μερών,
  • Στον κίνδυνο των εισπράξεων (μερικών ή ολικών) από αντασφαλιστές, διαμεσολαβητές ή άλλους χρεώστες
  • Στον κίνδυνο που προκύπτει από τις ευρύτερες συνεργασίες των εταιριών με άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κλπ,

σημαίνει ότι ασφαλιστικές εταιρίες θα πρέπει να επιτύχουν την μέγιστη ασφάλεια για το μέρος των εργασιών τους που εναποθέτουν σε τρίτα μέρη, έτσι ώστε να επιτύχουν μείωση του εν λόγω κινδύνου και να αποφύγουν περαιτέρω κεφαλαιακή επιβάρυνση.

Από τον πρώτο Πυλώνα της Οδηγίας, δηλαδή τον ποσοτικό πυλώνα των απαιτήσεων της, ενδέχεται να επηρεαστούν αυτά καθαυτά τα προϊόντα που οι εταιρίες θα διοχετεύουν στην αγορά σύμφωνα με το  προφίλ κινδύνου που θα επιλέξουν , στους ακόλουθους τομείς :

  • Από την απόφαση για το ποια business lines θα επιλέξει να διατηρήσει η ασφαλιστική εταιρία να διατηρήσει ή να σχεδιάσει εκ νέου
  • Από την απόφαση της ασφαλιστικής εταιρίας για το ύψος και τη την διάρκεια των παροχών
  • Από την απόφαση της εταιρίας για είδη των εξαιρέσεων
  • Από την απόφαση της εταιρίας για την ύπαρξη ή όχι ενσωματωμένων εγγυήσεων
  • Από την απόφαση της εταιρίας για το συνολικό κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Η τελική διαμόρφωση προϊοντικού μείγματος, θα αποτελέσει καίρια στρατηγική απόφαση για τις διοικήσεις των εταιριών και θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στην διαμεσολάβηση, αφού ο εν λόγω κλάδος διατηρεί την άμεση σχέση με τον πελάτη και θα πρέπει να εξηγήσει τις όποιες αλλαγές σε αυτόν, ενώ παράλληλα θα πρέπει να επιμορφωθεί για την πώληση  νέων προϊόντων.

Ο πρώτος πυλώνας της Οδηγίας, απαιτεί επίσης υψηλή ποιότητα δεδομένων με τα οποία τροφοδοτείται η φόρμουλα υπολογισμού του Απαιτούμενου Κεφαλαίου Φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Είναι πιθανό, να ζητηθούν περισσότερα δεδομένα από τους διαμεσολαβητές, τα οποία θα πρέπει είναι άρτια, ολοκληρωμένα και συνεπή με τις απαιτήσεις της Οδηγίας αλλά και να πληρούν όλες τις απαιτήσεις ποιότητας που πλέον κρίνονται απαραίτητες από το νέο πλαίσιο. Αυτό μπορεί να αναδείξει την ανάγκη ενίσχυσης της μηχανογραφικής υποστήριξης και μηχανογραφικής αναβάθμισης των μονάδων διαμεσολάβησης, και συνεπώς να δημιουργήσει επιπρόσθετα κόστη κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας.

Αντίστοιχα, ο Δεύτερος Πυλώνας, ο ποιοτικός πυλώνας της Οδηγίας, ενδέχεται να δημιουργήσει απαιτήσεις που σχετίζονται με την εφαρμογή των πολιτικών και των διαδικασιών που θα επιλέξει η εταιρία, προκειμένου να αντιμετωπίζεται επαρκώς ο κίνδυνος Αντισυμβαλλομένου που προαναφέρθηκε. Αυτό σημαίνει ότι οι διαμεσολαβητές θα πρέπει να προχωρήσουν ευθυγράμμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών, με τις σχετικές απαιτήσεις των εταιριών προκειμένου να συμβαδίζουν με τις ποιοτικές απαιτήσεις για τον συγκεκριμένο κίνδυνο ενώ παράλληλα θα πρέπει να ακολουθούν και να αποδέχονται την πολιτική πωλήσεων που θα θεσπίσει η κάθε συνεργαζόμενη με αυτούς εταιρία.

Τέλος, ο Tρίτος Πυλώνας που αφορά στη Δημοσίευση και Διαφάνεια μπορεί να επιβαρύνει τη διαμεσολάβηση με επιπλέον πληροφορίες και αναφορές προς την εταιρία οι οποίες κρίνονται απαραίτητες προκειμένου να συμπεριληφθούν στην μεγάλη γκάμα των αναφορών που απευθύνονται στην εποπτεία ή/ και στον ίδιο τον καταναλωτή.

Ο διαμεσολαβητής, στο σύγχρονο αυτό το περιβάλλον, θα πρέπει να αντιδράσει θετικά και με κατανόηση της αναγκαίας προσαρμογής στις νέες απαιτήσεις εκτιμώντας ρεαλιστικά τις αναδυόμενες συνθήκες. Η γνώση και η εκπαίδευση είναι τα απαραίτητα εργαλεία για την προσφορά εξειδικευμένων υπηρεσιών ποιότητας, με την ενίσχυση της τεχνολογίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προκλήσεις για τις εταιρίες εντός του νέου περιβάλλοντος και σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση ήταν και θα συνεχίσουν να είναι μεγάλες και ποικίλες. Η αμοιβαία κατανόηση των αλλαγών θα ενισχύσει την απόδοση όλων των ενδιαφερομένων μερών , ούτως ώστε το αποτέλεσμα αυτής της μεγάλης αλλαγής να είναι επωφελές και για τις εταιρίες και για τη διαμεσολάβηση αλλά και για τους καταναλωτές.

Μυρτώ Χαμπάκη

Οικονομολόγος

H Μυρτώ Χαμπάκη είναι οικονομολογος. Σπούδασε οικονομικά στο πανεπιστήμιο του Leicester από όπου πήρε και το μεταπτυχιακό της στις Ευρωπαϊκές και Ομοσπονδιακές Σπουδές. Τα τελευταία 20 χρόνια εργάστηκε σε διάφορες θέσεις ευθύνης στον ευρύτερο χρηματοοικονομικό τομέα: στην Deloitte Ελλάδος, στην Τράπεζα Κύπρου ΚΥΠΡ -2,78% Ελλάδος και στην Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος. Διδάσκει εξειδικευμένα σεμινάρια σε στελέχη, αρθρογραφεί συστηματικά στον κλαδικό Τύπο ενώ διετέλεσε μέλος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για την προσαρμογή της Οδηγίας Solvency II στο ελληνικό δίκαιο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της με τίτλο «Solvency II – Η μεγάλη εικόνα» από τις εκδόσεις Insurance Innovation.

Ετικέτες

[adrotate banner="18"]
[adrotate banner="5"]
[adrotate banner="6"]

Πρόσφατα Άρθρα

Follow Us

[et_bloom_inline optin_id="optin_3"]