Η Μυρτώ Χαμπάκη, Senior Manager Risk Management Services CROWE SOL Consulting,μας αναλύει τα σημαντικότερα σημεία της οδηγίας IDD

Η Οδηγία IDD (Insurance Distribution Directive) , γνωστή αρχικά ως IMD 2 (Insurance Mediation Directive) , επικυρώθηκε από το Ευρωκοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στα τέλη του 2015 και δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Ε.Ε τον Ιανουάριο του 2016 με την προοπτική να προσαρμοστεί στο Εθνικό Δίκαιο των κρατών – μελών της Ε.Ε το αργότερο μέχρι την 23η Φεβρουαρίου, 2018.

Το τελικό κείμενο της Οδηγίας σηματοδοτεί σημαντικές αλλαγές για την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων διανομής ασφαλιστικών προϊόντων αφού :

  • θέτει αυστηρούς κανόνες για την προστασία των καταναλωτών
  • επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των απαιτήσεων
  • επιδιώκει την αναβάθμιση του επαγγέλματος της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης καθορίζοντας υψηλά επαγγελματικά πρότυπα για τους επαγγελματίες του κλάδου.

Όπως και η Οδηγία IMD στο παρελθόν, έτσι και η IDD αποτελεί οδηγία «ελάχιστης εναρμόνισης» (minimum harmonization) , δίδοντας έτσι τη δυνατότητα στα κράτη – μέλη της Ε.Ε να θέσουν ακόμα υψηλότερες απαιτήσεις ποιότητας  – το γνωστό «gold plating» – εάν το κρίνουν σκόπιμο.

Η ανάλυση που ακολουθεί βασίζεται στο τελικό κείμενο της Οδηγίας , χωρίς όμως να συμπεριλαμβάνει πιθανές πρόσθετες απαιτήσεις που η τοπική εποπτεία ενδέχεται να προσθέσει κατά την προσαρμογή της IDD στο Εθνικό Δίκαιο.

H Οδηγία αφορά σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο σε κράτος μέλος ή επιθυμεί να εγκατασταθεί σε κράτος μέλος της Ε.Ε προκειμένου να αναλάβει και να ασκήσει τη διανομή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων. Δεν εφαρμόζεται σε ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων ως δευτερεύουσα δραστηριότητα μόνο όταν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το ενισχυμένο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας περιλαμβάνει απ ευθείας πωλήσεις (direct sales) ιστοσελίδες σύγκρισης τιμών (PCW’s) καθώς και υπηρεσίες διαχείρισης ασφαλιστικών προϊόντων ( π.χ. υπηρεσίες διαχείρισης αποζημιώσεων).

Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι επαγγελματικές και οργανωτικές απαιτήσεις που θεσπίζει η Οδηγίας. Συγκεκριμένα , στο ομώνυμο άρθρο αναφέρεται η απαίτηση διασφάλισης από τα  κράτη – μέλη ότι οι διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων και οι υπάλληλοι των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, θα πρέπει να :

  • Κατέχουν επαρκείς γνώσεις και ικανότητες για την εκτέλεση των εργασιών τους και την άσκηση των καθηκόντων τους επαρκώς.
  • Συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις για συνεχή επαγγελματική κατάρτιση και εξέλιξη, προκειμένου να διατηρήσουν ικανοποιητικό επίπεδο απόδοσης, που αντιστοιχεί στον ρόλο που διαδραματίζουν και στη σχετική αγορά.

Συνεπώς τα κράτη μέλη θα πρέπει διαθέτουν και δημοσιοποιούν μηχανισμούς για τον αποτελεσματικό έλεγχο και την αξιολόγηση των γνώσεων και της επάρκειας των εν λόγω προσώπων, με βάση τουλάχιστον 15 ώρες επαγγελματικής κατάρτισης ή εξέλιξης κατ’ έτος, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των προϊόντων που πωλούνται, τον τύπο του διανομέα, τον ρόλο που ασκούν και τη δραστηριότητα που επιτελείται εντός του διανομέα ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων. Επίσης, μπορούν να απαιτούν να αποδεικνύεται η επιτυχής εκπλήρωση των απαιτήσεων κατάρτισης και εξέλιξης με την απόκτηση πιστοποιητικού. Τέλος, μπορούν να προσαρμόζουν τις απαιτήσεις για τις απαιτούμενες γνώσεις και ικανότητες των διανομέων ασφαλιστικών προϊόντων που ασκούν ασφαλιστική διαμεσολάβηση ως δευτερεύουσα δραστηριότητα. Παράλληλα , οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να παρέχουν στους διαμεσολαβητές  τα μέσα κατάρτισης ή επαγγελματικής εξέλιξης τα οποία αντιστοιχούν στις απαιτήσεις τις σχετικές με τα προϊόντα που προτείνουν οι εν λόγω διαμεσολαβητές. Επίσης τα σχετικά πρόσωπα στη διοικητική δομή αυτών των επιχειρήσεων τα οποία είναι υπεύθυνα για τη διανομή όσον των ασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και όλα τα άλλα πρόσωπα που συμμετέχουν άμεσα στη διανομή θα πρέπει  να έχουν αποδεδειγμένα τις γνώσεις και ικανότητες που απαιτούνται για την άσκηση της δραστηριότητάς τους.

Οι ελάχιστες απαιτήσεις για επαγγελματικές γνώσεις και ικανότητες , όπως αυτές ορίζονται από την Οδηγία έχουν ως ακολούθως :

Για κινδύνους ζημιών που ταξινομούνται στους κλάδους 1 έως 18  σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ ( Φερεγγυότητα ΙΙ )  :

  • ελάχιστη γνώση των όρων και των προϋποθέσεων των προσφερόμενων συμβολαίων, περιλαμβανομένων των παρεπόμενων κινδύνων εάν καλύπτονται από τα συμβόλαια αυτά
  • ελάχιστη γνώση της εφαρμοστέας νομοθεσίας που διέπει τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, όπως η νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών, η σχετική φορολογική νομοθεσία και το σχετικό κοινωνικό και εργατικό δίκαιο
  • ελάχιστη απαιτούμενη γνώση διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών
  • ελάχιστη γνώση διαχείρισης αιτιάσεων
  • ελάχιστη γνώση αξιολόγησης των αναγκών των πελατών
  • ελάχιστη γνώση της ασφαλιστικής αγοράς
  • ελάχιστη γνώση των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας
  • ελάχιστη επάρκεια στον χρηματοοικονομικό τομέα.

Για Επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση

  • ελάχιστη γνώση επενδυτικών προϊόντων που βασίζονται σε ασφάλιση, περιλαμβανομένων των όρων και των προϋποθέσεων και των καθαρών ασφαλίστρων, και, κατά περίπτωση, των καλυπτόμενων και μη καλυπτόμενων από εγγύηση οφελών
  • ελάχιστη γνώση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων των διαφόρων επενδυτικών επιλογών για τους ασφαλισμένους
  • ελάχιστη γνώση των χρηματοοικονομικών κινδύνων που βαρύνουν τους ασφαλισμένους
  • ελάχιστη γνώση των συμβολαίων που καλύπτουν κινδύνους ασφάλισης ζωής και άλλων προϊόντων αποταμίευσης
  • ελάχιστη γνώση οργάνωσης και οφελών καλυπτόμενων από εγγύηση του συνταξιοδοτικού συστήματος
  • ελάχιστη γνώση της εφαρμοστέας νομοθεσίας που διέπει τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, όπως η νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών και η σχετική φορολογική νομοθεσία
  • ελάχιστη γνώση της ασφαλιστικής αγοράς και της αγοράς των προϊόντων αποταμίευσης
  • ελάχιστη γνώση διαχείρισης καταγγελιών
  • ελάχιστη γνώση αξιολόγησης των αναγκών των πελατών
  • διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων
  • ελάχιστη γνώση των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας
  • ελάχιστη επάρκεια στον χρηματοοικονομικό τομέα.

Για κινδύνους ασφάλισης ζωής που ταξινομούνται στο παράρτημα II της οδηγίας 2009/138/ΕΚ (Φερεγγυότητα ΙΙ) :

  • ελάχιστη γνώση συμβολαίων, περιλαμβανομένων των όρων, των προϋποθέσεων, των καλυπτόμενων από εγγύηση οφελών και, όπου έχει εφαρμογή, των παρεπόμενων κινδύνων
  • ελάχιστη γνώση οργάνωσης και οφελών καλυπτόμενων από εγγύηση του συνταξιοδοτικού συστήματος του σχετικού κράτους μέλους
  • γνώση της εφαρμοστέας νομοθεσίας για τις συμβάσεις ασφάλισης, της νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή, της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της νομοθεσίας για τη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και, όπου έχει εφαρμογή, της σχετικής φορολογικής νομοθεσίας και της σχετικής κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας
  • ελάχιστη γνώση της ασφαλιστικής αγοράς και των αγορών σχετικών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών
  • ελάχιστη γνώση διαχείρισης καταγγελιών
  • ελάχιστη γνώση αξιολόγησης των αναγκών των καταναλωτών
  • διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων
  • ελάχιστη γνώση των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας
  • ελάχιστη επάρκεια στον χρηματοοικονομικό τομέα.

Επιπλέον, τα φυσικά πρόσωπα που απασχολούνται  σε ασφαλιστική επιχείρηση ή σε ασφαλιστικό διαμεσολαβητή και ασκούν τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων , θα πρέπει να  χαίρουν καλής φήμης. Εδώ , ως ελάχιστες προϋποθέσεις «καλής φήμης» ορίζονται τα ακόλουθα :

  • λευκό ποινικό μητρώο (ή άλλη ισοδύναμη εθνική απαίτηση όσον αφορά σοβαρά ποινικά αδικήματα που συνδέονται είτε με εγκλήματα κατά της περιουσίας είτε με εγκλήματα σχετικά με οικονομικές δραστηριότητες)
  • απουσία πτώχευσης κατά το παρελθόν, εκτός εάν υπάρχει αποκατάσταση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Τέλος, η IDD απαιτεί από τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης εντός ΕΕ, για επαγγελματική αμέλεια τουλάχιστον για 1 250 000 EUR ανά απαίτηση και 1 850 000 EUR συνολικά κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις, εκτός εάν η εν λόγω ασφάλιση ή άλλη ανάλογη εγγύηση παρέχεται ήδη από ασφαλιστική, αντασφαλιστική ή άλλη επιχείρηση για λογαριασμό της οποίας ενεργεί, ή από την οποία εξουσιοδοτείται να ενεργεί, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ή εάν η εν λόγω επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την ευθύνη για τις ενέργειες του διαμεσολαβητή.

Η Οδηγία IDD  περιλαμβάνει ένα μεγάλο αριθμό απαιτήσεων, πολλές εκ των οποίων αφορούν δημοσιοποίηση και την διαφάνεια πληροφοριών που αφορούν στα διαμεσολαβούντα πρόσωπα , στις αμοιβές αυτών καθώς και στην προστασία του καταναλωτή.

Αναλύοντας τις απαιτήσεις που αφορούν στην επαγγελματική και οργανωτική επάρκεια των διαμεσολαβητών , συμπεραίνουμε ότι προσομοιάζουν με τις απαιτήσεις της Οδηγίας Solvency II και το λεγόμενο «fit and proper» – δηλαδή την αρχή της Ικανότητας και της  Καταλληλότητας που αφορά στα στελέχη των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.  Είναι πλέον σαφές , ότι με την αναθεώρηση της νομοθεσίας για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις , την γνωστή σε όλους Solvency II , η IDD έρχεται να αναπροσαρμόσει και να ενδυναμώσει το πλαίσιο της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης θέτοντας εξίσου «ψηλά τον πήχη» και για τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, με στόχο πάντα την ενίσχυση των υπηρεσιών ποιότητας, την  προστασία του καταναλωτή και τη  σφαιρική ενδυνάμωση της ασφαλιστικής βιομηχανίας.

Βιογραφικό Σημείωμα Μυρτώς Χαμπάκη

Η Μυρτώ Χαμπάκη σπούδασε οικονομικά στο πανεπιστήμιο του Leicester από όπου πήρε και το μεταπτυχιακό της στις Ευρωπαϊκές και Ομοσπονδιακές Σπουδές. Είναι κάτοχος Διπλώματος στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, ενώ έχει παρακολουθήσει εξειδικευμένα προγράμματα εκπαίδευσης στελεχών των INSEAD Business School και Oxford University. 

Τα τελευταία 20 χρόνια εργάστηκε σε διάφορες θέσεις ευθύνης στον ευρύτερο χρηματοοικονομικό τομέα : στην Deloitte Ελλάδος , στην Τράπεζα Κύπρου Ελλάδος, και στην Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος . Σήμερα εργάζεται ως Senior Manager , στα Risk Management Services της ΣΟΛ Συμβουλευτικής Α.Ε. 

Eπί σειρά ετών διδάσκει εξειδικευμένα σεμινάρια σε στελέχη ,αρθρογραφεί συστηματικά στον κλαδικό τύπο ενώ διετέλεσε μέλος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για την προσαρμογή της Οδηγίας Solvency II στο Ελληνικό δίκαιο. 

Παράλληλα με την επαγγελματική της σταδιοδρομία, έχει ασχοληθεί με την πρακτική ψυχολογία, την προσωπική ανάπτυξη και το life coaching. Πλήθος άρθρων της έχουν δημοσιευτεί από γνωστά portals στο διαδίκτυο, ενώ υπήρξε co-founder ενός από τα μεγαλύτερα ελληνικά online communities. To 2004 δημοσιεύτηκε το πρώτο της βιβλίο με σχετική θεματολογία από τις εκδόσεις «Κλειδάριθμος». 

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print

Ετικέτες

[adrotate banner="18"]
[adrotate banner="5"]
[adrotate banner="6"]

Πρόσφατα Άρθρα

Follow Us

[et_bloom_inline optin_id="optin_3"]