η εγκυρότητα ή μη της ρήτρας «αρμόδια Δικαστήρια είναι τα Δικαστήρια της Αθήνας»

Ευχόμενος καλή επιτυχία στο ανανεωμένο insuranceforum.gr και προσωπικά στο φίλο Άρη Βασιλειάδη, θα συνδράμω από την πλευρά μου στη συγκεκριμένη στήλη  με την παρουσίαση και ανάλυση νομικών θεμάτων με ευρύτερο ενδιαφέρον στον ασφαλιστικό κλάδο, μέσα από το πρίσμα πρόσφατων δικαστικών αποφάσεων.

Ένα από αυτά, που απασχολεί καθημερινά τις δικαστικές αίθουσες, είναι η εγκυρότητα ή μη της ρήτρας «αρμόδια Δικαστήρια είναι τα Δικαστήρια της Αθήνας», που εμπεριέχεται στο σύνολο των ασφαλιστικών συμβάσεων όλων των κλάδων. Με άλλα λόγια, μπορεί ο ζημιωθείς, κάτοικος Θεσσαλονίκης, για ζημία επί παραδείγματι του κλάδου πυρός, να εναγάγει την ασφαλιστική του εταιρία που εδρεύει στην Αθήνα και που αρνείται την πληρωμή ή το ύψος της, στα Δικαστήρια της Θεσσαλονίκης, ή πρέπει να υποβληθεί σε επιπλέον οικονομική θυσία και να αποτανθεί στα Δικαστήρια της Αθήνας;

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189 και 192 ΑΚ, 189 και 192 του Εμπορικού Νόμου, προκύπτει ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με απλή συναίνεση, συντελείται από τον χρόνο αποδοχής της αίτησης για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία μπορεί να υποδηλωθεί και σιωπηρώς με την αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνον η υπογραφή του ασφαλιστή (ΑΠ 1180/1996, ΔΕΕ 1997.76, ΕφΘεσ 2668/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2426/1998 ΕλλΔνη 39.1652).

Οι αναγραφόμενοι στο ασφαλιστήριο έγγραφο χειρόγραφοι και έντυποι όροι δεσμεύουν τον ασφαλισμένο, όταν συντρέχει μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις:

α) ο ασφαλισμένος τους έχει υπογράψει,

β) έχει υπογράψει τους χειρόγραφους όρους οι οποίοι παραπέμπουν στους εντύπους,

γ) επικαλείται το ασφαλιστήριο και το προσάγει στο δικαστήριο και

δ) γνώριζε τους όρους αυτούς και τους αποδέχθηκε (ΑΠ 8383/1992 ΕΕμπΔ 1993.438, ΕφΘεσ 243/1999 ΔΕΕ 1999.509,ΕφΘεσ 2426/1998 ό.π.).

Όμως, οι διάφορες ρήτρες που περιέχονται στο ασφαλιστήριο μπορεί να αποτελούν όχι ειδικούς όρους της σύμβασης, αλλά ειδικότερες συμβάσεις, ενσωματωμένες στην κύρια σύμβαση ασφάλισης. Για το λόγο αυτόν πρέπει, κάθε φορά, να εξετάζεται η συνδρομή και των τεσσάρων προϋποθέσεων που απαιτούνται για το κύρος της κάθε επιμέρους σύμβασης που συνιστά η ρήτρα. Κατά συνέπεια, αν για το κύρος της ειδικότερης αυτής δικαιοπραξίας, που ενσωματώνεται στην κύρια, ο νόμος απαιτεί τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, όπως η τήρηση του τύπου, η ειδικότερη αυτή δικαιοπραξία θα ήταν έγκυρη και δεσμευτική μόνον αν έχουν τηρηθεί οι πρόσθετες αυτές προϋποθέσεις. Η ρήτρα δε, με την οποία τακτικό δικαστήριο γίνεται αποκλειστικά αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές, δεν αποτελεί μέρος του υποχρεωτικού περιεχομένου του ασφαλιστηρίου (192 ΕμπΝ), αλλά ειδικότερη δικονομική σύμβαση, ενσωματωμένη στην κύρια ασφαλιστική σύμβαση, και διέπεται από τις δικές της αρχές. Έτσι, αν μεταξύ των συμβαλλομένων συνομολογήθηκε η ως άνω ρήτρα, για το έγκυρο της οποίας απαιτείται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 43 ΚΠολΔ, 159, 160 ΑΚ (τα οποία αναλογικώς εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή, αφού πρόκειται για δικονομική σύμβαση), υπογραφή των συμβαλλομένων, η επίκληση και προσκομιδή του ανυπόγραφου ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν αναπληρώνει την ελλείπουσα υπογραφή και δεν καθιστά έγκυρη την περί αποκλειστικής αρμοδιότητας ρήτρα (ΕφΘεσ 1687/2011 ΕπισκΕμπΔ 2011.1104, ΕφΘεσ 2668/2008 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΠολΔ, διαφορές που αφορούν την ύπαρξη και το κύρος δικαιοπραξίας εν ζωή, καθώς και όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος όπου καταρτίστηκε η δικαιοπραξία ή όπου πρέπει να εκπληρωθεί η παροχή (ως τόπος εκπλήρωσης της παροχής νοείται ο κατά το ουσιαστικό δίκαιο τόπος εκπλήρωσης, δηλαδή ο τόπος εκτέλεσης της παροχής του εναγομένου, δηλαδή αυτός που προκύπτει από τη δικαιοπραξία, ρητά η σιωπηρά, αλλιώς αυτός που καθορίζεται από τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 320 – 322 ΑΚ, εξετάζεται δε αυτός όχι σε σχέση με όλη τη σύμβαση αλλά με την επίδικη παροχή, και στην περίπτωση που αυτή είναι χρηματική, τόπος εκπλήρωσης της παροχής είναι, κατά το άρθρο 321 παρ. α’ ΑΚ, ο τόπος στον οποίο ο δανειστής έχει την κατοικία του κατά τον χρόνο της καταβολής).

Η σύμβαση ασφάλισης είναι αμφοτεροβαρής, καταρτιζόμενη με απλή συναίνεση των μερών, και λογίζεται καταρτισμένη από τότε που ο ασφαλιστής θα αποδεχθεί την πρόταση για ασφάλιση (ΕφΘεσ 2668/2008 ό.π., ΕφΑθ 4939/2003 ΕΕμπΔ 2003.626). Μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η υποχρέωση του ασφαλιστή να παρέχει ασφαλιστική προστασία μετατρέπεται σε υποχρέωση παροχής για τον κίνδυνο που πραγματοποιήθηκε και η οποία (παροχή) είναι χρηματική και καταβάλλεται στον τόπο που έχει συμφωνηθεί, αλλιώς στον τόπο κατοικίας του αντισυμβαλλομένου ή του δικαιούχου. Η ύπαρξη δηλαδή της ασφαλιστικής περίπτωσης μεταβάλλει τον ασφαλιστή σε οφειλέτη της παροχής αυτής (ΕφΘεσ 1687/2011 ό.π., ΕφΘεσ 2668/2008 ό.π., ΕφΔωδ 280/2005 ΝΟΜΟΣ).

Εφόσον, λοιπόν, με την ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίσθηκε, συμφωνήθηκε και ο όρος, ο οποίος συμπεριλαμβάνεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ότι αποκλειστικά αρμόδια δικαστήρια για την επίλυση όλων των μελλοντικών διαφορών από την εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση είναι τα Δικαστήρια συγκεκριμένης πόλης, το δε  ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπογράφηκε μόνον από την ασφαλιστική εταιρεία και όχι τον ασφαλιζόμενο, και άρα η ως άνω ρήτρα, που συνιστά δικονομική σύμβαση, δεν υπογράφηκε από αμφότερους του συμβαλλομένους – διαδίκους, είναι κατ’ άρθρο 43 ΚΠολΔ άκυρη και ως εκ τούτου δεν καθιδρύεται με αυτήν αποκλειστική τοπική αρμοδιότητα των δικαστηρίων της πόλης που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο για τις παραπάνω διαφορές. Άλλωστε, η επίκληση και προσκομιδή του ανυπόγραφου ασφαλιστηρίου συμβολαίου και των γενικών αυτού όρων από τον ασφαλισμένο δεν αναπληρώνει την ελλείπουσα υπογραφή του και δεν καθιστά έγκυρη την περί αποκλειστικής αρμοδιότητας ρήτρα.

Ως εκ τούτου, η νομολογιακή αντιμετώπιση του θέματος είναι, θα λέγαμε, οριζόντια, και δίνει τη δυνατότητα στον ασφαλισμένο, σε περίπτωση άκυρης ρήτρας παρέκτασης της κατά τόπον αρμοδιότητας, να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων κατά τόπον αρμοδίων δικαστηρίων, κατ’ άρθρο 41 ΚΠολΔ, δηλαδή να ενάγει την ασφαλιστική εταιρία είτε στον τόπο εκπλήρωσης της παροχής – καταβλητέας, κατ’ άρθρο 321 ΑΚ, στον τόπο κατοικίας του ασφαλισμένου – καθιδρυόμενης ειδικής συντρέχουσας δωσιδικίας της δικαιοπραξίας (άρθρο 33 ΚΠολΔ), η οποία ισχύει παραλλήλως με τη γενική νόμιμη δωσιδικία της κατοικίας του φυσικού προσώπου (όρθρο 22 ΚΠολΔ) ή της έδρας του εναγομένου νομικού προσώπου – ασφαλιστικής εταιρίας (άρθρο 25 § 2 ΚΠολΔ).

Ανδρέας Ε. Ταγαράκης, Δικηγόρος, andreas.t@tagarakis.gr

Δικηγορικό Γραφείο Ταγαράκη & Συνεργατών, www.tagarakis.gr

Ανδρέας Ε. Ταγαράκης

Δικηγορικό Γραφείο Ταγαράκη & Συνεργατών

Μητροπόλεως 16 – 546 24 – Θεσσαλονίκη

Τηλ. κέντρο: 2310 226688, fax: 2310 250789

www.tagarakis.gr, e-mail: info@tagarakis.gr

 

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print

Ετικέτες

[adrotate banner="18"]
[adrotate banner="5"]
[adrotate banner="6"]

Πρόσφατα Άρθρα

Follow Us

[et_bloom_inline optin_id="optin_3"]