Μπλακ άουτ σε ταχυμεταφορές και e-shops

Αδυναμία να ανταποκριθούν στην αυξημένη ζήτηση εμφανίζουν για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια χρονιά οι εταιρείες ταχυμεταφορών και τα ηλεκτρονικά καταστήματα. Και εάν το πρώτο lockdown αιφνιδίασε τους πάντες, επιχειρήσεις και καταναλωτές, το δεύτερο ήταν λίγο πολύ αναμενόμενο, καθώς, ελλείψει εμβολίου το καλοκαίρι που μεσολάβησε, όλοι ή σχεδόν όλοι περίμεναν την έλευση του δεύτερου κύματος της πανδημίας το φθινόπωρο. Κάποιοι φρόντισαν να προχωρήσουν στις απαιτούμενες επενδύσεις, αναγνωρίζοντας ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο ήρθε για να μείνει και προβλέποντας αυξημένη ζήτηση λόγω ενδιάμεσων εκπτώσεων, Black Friday και Χριστουγέννων. Κάποιοι άλλοι, πάντως, δεν αντιλήφθηκαν ή δεν πρόλαβαν να προετοιμαστούν, αναμένοντας ίσως και μικρότερη διάρκεια του δεύτερου lockdown.

Η πίεση, πάντως, που δέχονται οι εταιρείες ταχυμεταφορών και τα ηλεκτρονικά καταστήματα, με τους καταναλωτές να μην είναι το ίδιο πρόθυμοι να συγχωρήσουν μεγάλες καθυστερήσεις στην παράδοση των παραγγελιών τους, περνάει και στην κυβέρνηση, η οποία δεν έχει ανακοινώσει ακόμη πότε και πώς θα ανοίξουν τα φυσικά καταστήματα του λιανεμπορίου. Είναι, μάλιστα, αυτά τα γεγονότα –σε συνδυασμό με την απόφαση αρκετών αλυσίδων να επαναλειτουργήσουν τα φυσικά τους καταστήματα αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση επιχειρήσεων και επαγγελματιών– που μπορεί να αποτελέσουν τους καθοριστικούς παράγοντες για την επαναλειτουργία του λιανεμπορίου. Εκπρόσωποι άλλωστε του κλάδου, είτε προέρχονται από μεγάλες αλυσίδες είτε από το μικρομεσαίο εμπόριο, έχουν επανειλημμένως τονίσει την ανάγκη για επαναλειτουργία του λιανεμπορίου το ταχύτερο δυνατόν, ακόμη και με πολύ αυστηρότερα μέτρα. Ο λόγος; Αφενός για να μη «χαθεί» και άλλος τζίρος της εορταστικής περιόδου, καθώς το ηλεκτρονικό εμπόριο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναπληρώσει τις πωλήσεις που γίνονται στα φυσικά καταστήματα, αφετέρου διότι, όπως επισημαίνουν, η καθυστερημένη επανέναρξή του μπορεί να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερο συνωστισμό με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διασπορά της νόσου και την πρόκληση ενός νέου, τρίτου lockdown. Συνολικά την περίοδο πριν από τα Χριστούγεννα πραγματοποιείται περί το 25% του ετήσιου τζίρου του λιανεμπορίου, ενώ σε κάποιες κατηγορίες, όπως αυτές των καταστημάτων πώλησης παιχνιδιών, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 50%-60%.

ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ
Tι λένε οι εταιρείες κούριερ για τις καθυστερήσεις

Εδώ και πολλές ημέρες, προτού οι καταναλωτές εντατικοποιήσουν τις αγορές τους ενόψει εορτών, οι εικόνες από εγκαταστάσεις εταιρειών ταχυμεταφορών φανέρωναν τον κορεσμό που είχε επέλθει στις εταιρείες που καλούνταν να αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά σχεδόν κάθε είδους δραστηριότητας. Ηδη, λίγο προτού εκπνεύσει ο Νοέμβριος και μία από τις πιο βροχερές ημέρες του συγκεκριμένου μήνα, η «Κ» είχε παραλάβει φωτογραφίες, όπου εκατοντάδες δέματα βρίσκονταν σε υπαίθριο χώρο μιας εκ των μεγάλων εταιρειών κούριερ. Αισίως οι υπάλληλοι της εταιρείας, όπως φανερώνουν οι εικόνες, πρόλαβαν να καλύψουν τα δέματα προτού οι ουρανοί ανοίξουν. Εάν όμως, στην προκειμένη περίπτωση, τα δέματα γλίτωσαν την καταιγίδα, συνολικά, ο κλάδος των ταχυμεταφορών δεν κατάφερε να αποφύγει το τσουνάμι που προκάλεσε η εκτόξευση των διαδικτυακών παραγγελιών και η αδυναμία άμεσης προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Ως εκ τούτου, οι τρεις από τους τέσσερις μεγαλύτερους παίκτες των ταχυμεταφορών, βάσει μεριδίου αγοράς, η ACS, η Γενική Ταχυδρομική, η ΕΛΤΑ Courier και η Speedex είχαν καταστήσει σαφές, εδώ και μέρες, μέσω ανακοινώσεων ότι δεν θα είναι δυνατόν να αποφευχθούν οι καθυστερήσεις.

Χθες, η ACS παρέσχε περαιτέρω διευκρινίσεις που αφορούν όχι μόνο τη δραστηριότητά της, αλλά και την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά. Ειδικότερα, όπως αναφέρει η εταιρεία, η πώληση μόνον μέσω των e-shops προϊόντων που, μέχρι πρότινος, βρίσκονταν στα ράφια των σούπερ μάρκετ και η αύξηση των δυνητικών πελατών των εταιρειών ταχυμεταφορών κλάδων που παρέμειναν σε λειτουργία, όπως η βιομηχανία και το χονδρεμπόριο, είναι ορισμένοι από τους λόγους για το μπλακ άουτ στις ταχυμεταφορές.

Η ACS, από την τελευταία εβδομάδα του Νοεμβρίου, έχει καταγράψει αύξηση του όγκου αποστολών κατά 80% σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο και κατά 50% σε σχέση με το προηγούμενο lockdown. Στο τελευταίο, οι αποστολές είχαν αυξηθεί κατά 30%, συγκριτικά με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο.

Γιατί όμως δεν προετοιμάστηκαν οι εταιρείες για να αντιμετωπίσουν το αυξημένο κύμα παραγγελιών; Οπως υποστηρίζει η ACS, οι εταιρείες ταχυμεταφορών είχαν προετοιμαστεί βάσει των εκτιμήσεων που διέθεταν για αύξηση της κίνησης έως και 15% σε σχέση με το πρώτο απαγορευτικό και την οικονομική δυνατότητά τους. Ενδεικτικά, η ACS αύξησε τις αποθήκες της με μίσθωση οκτώ χώρων σε Αττική και Θεσσαλονίκη, ενίσχυσε τους χώρους διακίνησης κατά 2.500 τ.μ., αγόρασε 800 καρότσια αποθήκευσης –ο συνολικός αριθμός τους διαμορφώνεται σε 4.000– και απέκτησε δύο συστήματα διαλογής. Οι κινήσεις αυτές αποτελούν επενδύσεις ύψους άνω του 1,5 εκατ. ευρώ.

Ωστόσο, ο εκπτωτικός θεσμός της Black Friday και η προ-εορταστική περίοδος εκτόξευσαν έως και 60% τις παραγγελίες, οδηγώντας και σε αναστολή λειτουργίας των ηλεκτρονικών καταστημάτων μεγάλων ομίλων λιανικής. Η ACS αναφέρει ακόμη ότι έχει προσλάβει περισσότερους από 500 εργαζομένους κατά το πρώτο και δεύτερο lockdown, απασχολώντας σήμερα άνω των 3.000 ατόμων. Ο αριθμός αυτός όμως δεν επαρκεί, καθώς η αύξηση κατά 50% των παραγγελιών θα έπρεπε να οδηγήσει στην πρόσληψη ακόμη 1.500 εργαζομένων, οι οποίοι θα έπρεπε να εκπαιδευτούν σε διάστημα μιας εβδομάδας. Υπολογίζεται ότι απαιτείται περίπου ένας μήνας εκπαίδευσης, προκειμένου ένας νεοπροσληφθείς να είναι σε θέση να αναλάβει καθήκοντα.

Με τα δεδομένα αυτά, οι εταιρείες κούριερ ζητούν από τους πελάτες να δείξουν κατανόηση.

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print

Ετικέτες

[adrotate banner="18"]
[adrotate banner="5"]
[adrotate banner="6"]

Πρόσφατα Άρθρα

Follow Us

[et_bloom_inline optin_id="optin_3"]