" /> Atradius: Αύξηση της κατανάλωσης των νοικοκυριών στην Ελλάδα το 2020 - Insurance Innovation

Το 2020 η κατανάλωση των ελληνικών νοικοκυριών αναμένεται να επιταχυνθεί, υποστηριζόμενη από την περαιτέρω μείωση της ανεργίας, τον χαμηλό πληθωρισμό και την αύξηση του κατώτατου μισθού.

Αυτό αναφέρεται σε έκθεση της Atradius που αναλύει την οικονομική και πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα.

Ειδικότερα:

Πολιτική κατάσταση: Νέα κυβέρνηση με απόλυτη πλειοψηφία

Στις εκλογές του Ιουλίου του 2019 νικητήριο αναδείχθηκε το κεντροδεξιό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) εξασφαλίζοντας μάλιστα την αυτοδυναμία. Η νέα κυβέρνηση προτίθεται να ενισχύσει την οικονομική ανάπτυξη με πολιτικές φιλικές προς τις επιχειρήσεις. Η μείωση των φόρων, η μείωση της γραφειοκρατίας, η πώληση δημόσιων περιουσιακών στοιχείων και η αξιοποίηση του παλαιού αεροδρομίου της Αθήνας είναι οι βασικοί στόχοι της.

Οικονομική κατάσταση: Η ανάκαμψη συνεχίζεται με περιορισμένο ρυθμό

Τα έτη 2019 και 2020 η οικονομική ανάπτυξη θα βασίζεται κυρίως στην εγχώρια κατανάλωση, με την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων να παρουσιάζει αύξηση και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών να ανακάμπτει αργά. Οι επενδύσεις υποστηρίζονται από τη μειωμένη πολιτική αβεβαιότητα μετά τις εκλογές και την επανέναρξη της χορήγησης δανείων από τις τράπεζες (αν και η πώληση του πολύ υψηλού ποσού των μη εξυπηρετούμενων δανείων συνεχίζεται με αργούς ρυθμούς). Το 2020 η κατανάλωση των νοικοκυριών αναμένεται να επιταχυνθεί, υποστηριζόμενη από την περαιτέρω μείωση της ανεργίας, τον χαμηλό πληθωρισμό και την αύξηση του κατώτατου μισθού που ωφελεί περίπου 600.000 εργαζόμενους.

Οι εξαγωγές επηρεάζονται όλο και περισσότερο από τη μείωση της ζήτησης στην ευρωζώνη και η αύξηση των εισόδων που προέρχονται από τον τουρισμό θα είναι χαμηλότερη καθώς η Τουρκία έχει ξανακερδίσει μέρος της χαμένης ανταγωνιστικότητάς της σε αυτόν τον τομέα.
Από το 2010, η πραγματική αποτελεσματική συναλλαγματική ισοτιμία της Ελλάδας βελτιώθηκε κατά περισσότερο από 12%, οδηγώντας σε αυξημένη ανταγωνιστικότητα διεθνώς. Στο πλαίσιο της αύξησης των ονομαστικών μισθών σε άλλα μέρη της ευρωζώνης, η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού δεν αποτελεί πραγματική απειλή για την ανταγωνιστικότητα, τουλάχιστον όχι βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, αποτελεί κίνδυνο το ενδεχόμενο επιστροφής σε συλλογικές συμβάσεις.

Οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων μειώθηκαν περαιτέρω από το 2018 και το Μάρτιο του 2019 η Αθήνα κατόρθωσε να αντλήσει 2,5 δισ. ευρώ με 10ετή έκδοση ομολόγων, η πρώτη από την έναρξη της κρίσης το 2010. Η Ελλάδα ολοκλήρωσε επιτυχώς το τελικό, τριετές πρόγραμμα στήριξης τον Αύγουστο του 2018, χωρίς την επιλογή προληπτικής πιστωτικής γραμμής.

Ωστόσο, η χώρα συμφώνησε με τους πιστωτές της να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τις συμφωνηθείσες μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του προγράμματος. Η Αθήνα έχει αναλάβει δέσμευση για ετήσια πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα (πριν από τις δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους) ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Το 2018 το δημοσιονομικό ισοζύγιο σημείωσε για τρίτη συνεχή φορά πλεόνασμα 1,1% του ΑΕΠ και ένα πρωτογενές πλεόνασμα 4,3% του ΑΕΠ. Η υπέρβαση αυτή οφείλεται στη συνεχιζόμενη υποαπορρόφηση ανώτατων ορίων δαπανών, ιδίως όσον αφορά τις δημόσιες επενδύσεις.
Ωστόσο, ο κίνδυνος αποτυχίας κάλυψης του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος αυξήθηκε, λόγω της πρόσφατης δικαστικής απόφασης που αφορά τις περικοπές των συντάξεων που έγιναν το 2012 και της εκκρεμούς απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη μεταρρύθμιση των συντάξεων. Άλλα θέματα είναι πιθανές υποχρεώσεις που σχετίζονται με τον τραπεζικό τομέα και τα σχέδια της νέας κυβέρνησης για μείωση των φόρων προκειμένου να επιταχυνθεί η οικονομική ανάπτυξη.
Το επίπεδο του δημόσιου χρέους έφτασε στο ανώτατο όριο το 2016 στο 181% του ΑΕΠ. Έκτοτε μειώθηκε και αναμένεται να φθάσει το 172% του ΑΕΠ το 2020, το οποίο εξακολουθεί να είναι μη βιώσιμο. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι θα υπάρξει περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους από το Eurogroup στις αρχές της δεκαετίας του 2030, το επίπεδο θα παραμείνει πάνω από το 100% μέχρι το 2048.

Η διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων ήταν μέχρι στιγμής αργή, με τον αρχικό στόχο των 50 δισ. ευρώ των εσόδων να προσαρμόζεται προς τα κάτω αρκετές φορές. Μέχρι στιγμής έχει επιτευχθεί κατ ‘εκτίμηση ποσό 5,5 δισ. ευρώ.

Διαβάστε περισσότερα εδώ.

Print Friendly, PDF & Email