Μερικές αλήθειες για τα δημόσια νοσοκομεία

Λειτουργούν με παρωχημένα συστήματα οργάνωσης, διοίκησης, και χρηματοδότησης. Μηχανισμοί αξιολόγησης, ελέγχου ποιότητας και κόστους των παρεχομένων υπηρεσιών δεν υφίστανται. Πανάκριβος εξοπλισμός και εξειδικευμένο προσωπικό δεν αξιοποιούνται επαρκώς, με αποτέλεσμα μεγάλες λίστες, ουρές ασθενών, σπατάλη πόρων. Η αποδοτικότητά τους κυμαίνεται σε ποσοστά περίπου 50% έως 70% στα μικρά και μεσαία και μόνο τα μεγάλα νοσοκομεία του κέντρου έχουν υψηλότερη. Παράγουν συνεχώς ελλείμματα, τα οποία καλούνται οι φορολογούμενοι να καλύπτουν. Ο ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός τους δεν ανανεώνεται με τους ρυθμούς που απαιτούνται και σε πολλές περιπτώσεις καίριας σημασίας μηχανήματα λειτουργούν με ένδειξη «end of life».

Γεγονός είναι ότι ο αριθμός των «Γενικών» δημόσιων νοσοκομείων με τα σημερινά δεδομένα δεν είναι μικρός, ούτε τα χρήματα που δαπανώνται από την πολιτεία για τη λειτουργία τους λίγα, αφού απορροφούν το 7,8% τού ΑΕΠ (ΕΛΣΤΑΤ). Η χωροταξική τους κατανομή δεν είναι ορθολογική. Σε πολλές περιπτώσεις το κριτήριο ίδρυσής τους δεν ήταν η εξυπηρέτηση των υγειονομικών αναγκών του πληθυσμού, αλλά «ανάγκες τοπικής ανάπτυξης», δηλαδή εξυπηρέτηση τοπικών συμφερόντων και προσώπων και η άσκηση μικροπολιτικής.

Παρατηρείται, επίσης, μεγάλη ανισότητα στο είδος, το εύρος, το επίπεδο και την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών στα διάφορα νοσοκομεία της επικράτειας, ιδιαίτερα μεταξύ αυτών της Περιφέρειας και του κέντρου. Ελάχιστα νοσοκομεία εκτός Αθήνας ή Θεσσαλονίκης μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες τριτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Εξ ου η ανάγκη μετάβασης πλήθους ασθενών στα νοσοκομεία των μεγάλων αστικών κέντρων.

Στις χρόνιες παθογένειες του ΕΣΥ συγκαταλέγεται η έλλειψη ιατρικού, νοσηλευτικού, διοικητικού κ.λπ. προσωπικού. Ιδιαίτερα, τα τελευταία χρόνια, αποχωρήσεις λόγω συνταξιοδότησης μεγάλου αριθμού έμπειρων ιατρών, οι θέσεις των οποίων δεν καλύπτονται εγκαίρως, έχουν συμβάλει ώστε πολλά νοσοκομεία να έχουν περιέλθει σε τραγική κατάσταση. Προκηρύσσονται όμως συνεχώς θέσεις ιατρών σε κέντρα υγείας, τα περισσότερα των οποίων έχουν πλεονάζον ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Στο Κ.Υ. Κιάτου υπηρετούν 23 ιατροί και έχουν προκηρυχθεί 2 ακόμα θέσεις. Αριθμός εξωφρενικός. Υπάρχει λόγος όμως που οι ιατροί προτιμούν τα κέντρα υγείας από τα νοσοκομεία. Η ισοπεδωτική φιλοσοφία του ΕΣΥ έχει οδηγήσει σε κραυγαλέες στρεβλώσεις.

Ετσι π.χ. παρατηρείται το φαινόμενο οι διευθυντές νευροχειρουργοί ή καρδιοχειρουργοί μεγάλων νοσοκομείων αναφοράς να αμείβονται το ίδιο, αν όχι λιγότερο, από ιατρούς κέντρων υγείας που ασκούν πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Για εντελώς διαφορετική δουλειά που απαιτεί μακροχρόνια εκπαίδευση, εξαιρετικές δεξιότητες, και συνεπάγεται άλλο επίπεδο ευθυνών, ίδιος μισθός.
«Ισότητα ανάμεσα στους άνισους είναι κάτι που αντίκειται στη φύση, και τίποτε που αντίκειται στους νόμους της φύσεως δεν αποφέρει καλό» (Αριστοτέλους «Πολιτικά»). Το σημερινό ελληνικό Δημόσιο δεν αμείβει τους γιατρούς των νοσοκομείων ανάλογα με τις ικανότητές τους, τις ευθύνες που επωμίζονται, ούτε αντίστοιχα με τις ώρες που εργάζονται. Οι μισθοί τους καθηλωμένοι επί χρόνια έχουν καταντήσει σήμερα εξευτελιστικοί.

Πιστεύω ακράδαντα ότι η «καλύτερη διαχείριση», η αύξηση της χρηματοδότησης και των προσλήψεων από μόνα τους δεν αρκούν για την επίλυση των μεγάλων προβλημάτων των δημόσιων νοσοκομείων. Για την οργανωτική και λειτουργική ανασυγκρότηση του ΕΣΥ απαιτούνται άμεσα ευρείας έκτασης θεσμικές μεταρρυθμίσεις:

• Τα δημόσια νοσοκομεία παραμένουν ιδιοκτησία του ελληνικού κράτους και λειτουργούν ως Οργανισμοί Δημοσίου Συμφέροντος. Θα πρέπει να τους παρασχεθεί αυτονομία διοίκησης, management και οικονομικής διαχείρισης. Η προσφορότερη λύση θα ήταν η μετατροπή τους από ΝΠΔΔ σε «ΝΠΙΔ μη Κερδοσκοπικού Χαρακτήρα» εποπτευομένων από το κράτος.

• Ειδική διαδικασία επιλογής των Συμβουλίων Διοίκησης με τεχνοκρατικά κριτήρια και αδιάβλητο τρόπο και πλήρης λογιστική και διοικητική μηχανοργάνωση των νοσοκομείων και νέο σύστημα προμηθειών πού εξασφαλίζει ευελιξία, διαφάνεια και αποκλείει τη διαφθορά.

• Τα νοσοκομεία ως «δημόσιες κοινωφελείς επιχειρήσεις», δημοσιεύουν ισολογισμούς και αποτελέσματα χρήσεως, κοστολογούν τις υπηρεσίες που παρέχουν και παρακολουθούν τα λειτουργικά στοιχεία όλων των υπηρεσιών τους.

• Κατάρτιση Υγειονομικού Χάρτη, με αποτύπωση των υπαρχουσών δομών, ανθρώπινου δυναμικού και υλικοτεχνικής υποδομής τους και αντιστοίχησή τους με τις ανάγκες των πολιτών με κριτήρια, πληθυσμιακά, επιδημιολογικά εθνικά, γεωγραφικά κ.λπ. Βάσει αυτού αναδιάταξη μονάδων υγείας και συγχώνευση μικρών νοσοκομείων που γειτνιάζουν, ίδρυση νέων νοσοκομείων όπου είναι απολύτως απαραίτητο (π.χ. Νοσοκομείο Παίδων στη Β. Ελλάδα).

• Το σύστημα θα πρέπει να είναι σε θέση να εξασφαλίσει τη λειτουργία ενός πλήρως στελεχωμένου και καλά εξοπλισμένου νοσοκομείου σε κάθε νομό, ικανού να αντιμετωπίζει επί τόπου την πλειονότητα των περιστατικών της Περιφέρειάς του, συμβάλλοντας έτσι στην αποσυμφόρηση των νοσοκομείων του Κέντρου.

• Ενίσχυση του ηγετικού ρόλου των γιατρών που κατέχουν θέσεις ευθύνης, που ξεκινά με τη θεσμοθέτηση του ετήσιου προϋπολογισμού ανά κλινική και τη διαχείρισή του από τον διευθυντή του τμήματος. Ανοικτή προκήρυξη, όχι «Ανάθεση Καθηκόντων Προσωρινού Προϊσταμένου» από τους διοικητές των θέσεων Συντονιστών Διευθυντών που κενούνται. Οι Συντονιστές Διευθυντές πρέπει να έχουν κεντρικό ρόλο στην πρόσληψη του προσωπικού των μονάδων ευθύνης τους.

• Νέο ειδικό μισθολόγιο για τους εργαζομένους στο ΕΣΥ, όπου πέραν της αναπροσαρμογής του βασικού μισθού σε ρεαλιστικά επίπεδα, παράμετροι, όπως η θέση ευθύνης και κριτήρια επαγγελματικής απόδοσης θα διαφοροποιούν τις αμοιβές τους.

• Ενίσχυση του θεσμού της ολοήμερης λειτουργίας των νοσοκομείων. Με τον τρόπο αυτό θα μειωθούν δραστικά οι λίστες αναμονής, ενώ θα αυξηθούν τα έσοδα των νοσοκομείων και το εισόδημα των εργαζομένων που θα απασχολείται υπερωριακά.

• Ενθάρρυνση της συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα (ΣΔΙΤ) σε περιπτώσεις όπου η εκμετάλλευση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων αυτού κρίνεται ότι θα επιφέρει βελτίωση της αποδοτικότητας του δημοσίου συστήματος. Θεσμοθέτηση της δυνατότητας πρόσληψης με συμβάσεις συγκεκριμένου χρόνου ιατρικού ή νοσηλευτικού προσωπικού από τον ιδιωτικό χώρο, εις «αναπλήρωσιν» (locum) ευρισκομένου εν αδεία, ασθενούντος, συνταξιοδοτηθέντος κ.λπ. προσωπικού, ή για την κάλυψη επιτακτικών αναγκών. Παροχή του δικαιώματος σε ιδιώτες ιατρούς να μπορούν, υπό προϋποθέσεις, μετά αξιολόγηση και με αμοιβές προσδιοριζόμενες από το κράτος, να έχουν πρόσβαση στις δομές των δημόσιων νοσοκομείων.

Οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις θα έχουν τη συμπαράσταση της συντριπτικής πλειονότητας των νοσοκομειακών γιατρών. Θα έχουν και την υποστήριξη της κοινωνίας, αφού θα απαλλάξουν τους πολίτες από την ανάγκη να καταφεύγουν σε αδιαφανείς τρόπους παράκαμψης των αγκυλώσεων του σημερινού συστήματος. Αντιδράσεις θα υπάρξουν από όλους εκείνους που βολεύονται από την έλλειψη σαφών κανόνων λειτουργίας και την αδιαφάνεια του συστήματος.

* MD, FESC, FACC, συντονιστής διευθυντής του Καρδιολογικού Τμήματος του ΓΝΑ «Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ», τ. πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας.

Πηγή: Καθημερινή

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print

Ετικέτες

Πρόσφατα Άρθρα

Follow Us