Η τεχνολογία προβλέπει τους επόμενους σταθμούς του κορονοϊού αλλά και τις επόμενες επιδημίες

Kαθώς ο κορονοϊός εξαπλώνεται, προκαλώντας ανησυχία για παγκόσμια πανδημία, ερευνητές και νεοσύστατες εταιρείες χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη και άλλες τεχνολογικές μεθόδους για να προβλέψουν πού θα «χτυπήσει» στη συνέχεια. Μάλιστα, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου πριν κάνουν την εμφάνισή τους και άλλοι, ίσως πιο επικίνδυνοι, ιοί.

«Αυτό που κάνουμε αυτήν την περίοδο με τον κορονοϊό, είναι να κατανοήσουμε τι συμβαίνει πραγματικά στον πλανήτη, με όσες πηγές μπορούμε να έχουμε στα χέρια μας», λέει ο Τζον Μπραουνστάιν, επικεφαλής της Υπηρεσίας Καινοτομίας στο Νοσοκομείο Παίδων της Βοστώνης και Καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ.

Μετά τον ιό SARS, που σκότωσε 774 άτομα σε όλο τον κόσμο στα μέσα της δεκαετίας του 2000, η ​​ομάδα του δημιούργησε ένα εργαλείο που ονομάζεται Healthmap, το οποίο συγκεντρώνει πληροφορίες σχετικά με νέα κρούσματα από online ειδήσεις, chatrooms και άλλα.

Όμως, κι άλλες τεχνολογικές πρωτοβουλίες καταπολέμησης του ιού έχουν προκύψει εκτός ​​από την απλή παρακολούθηση των υφιστάμενων κρουσμάτων. Η BlueDot, μια εταιρεία παρακολούθησης της υγείας των πολιτών που εδρεύει στο Τορόντο, με έτος δημιουργίας της το 2014, συγκεντρώνει δεδομένα ασθενειών από πολλές online πηγές, στη συνέχεια χρησιμοποιεί πληροφορίες για τις πτήσεις των αεροπορικών εταιρειών και προβλέπει το πού μπορούν να εμφανιστούν τα επόμενα κρούσματα.

Αυτό το είδος πρόβλεψης – με τη βοήθεια της τεχνολογίας- είναι βαρυσήμαντο τόσο για τις εταιρείες, όπως τις αεροπορικές, όσο και για τους εργαζόμενους στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης στα νοσοκομεία, οι οποίοι μπορεί να είναι οι πρώτοι που θα έρθουν σε επαφή με τον οποιοδήποτε ιό.

Μερικοί ερευνητές, στο μεταξύ, επιδιώκουν να εντοπίσουν δυνητικά νέους ιούς πριν κάνουν ακόμη το άλμα από τα ζώα στον άνθρωπο . Το Πρόγραμμα Global Virome (GVP) αποσκοπεί στην ανάπτυξη μιας βάσης δεδομένων για τη μεγάλη πλειοψηφία των ιών σε ζωικούς πληθυσμούς που ενδεχομένως μπορεί να αποτελέσουν κίνδυνο για τους ανθρώπους.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυτή η προσπάθεια θα συντελέσει στην ανάπτυξη νέων εμβολίων, φαρμάκων και άλλων προληπτικών μέτρων πριν από την εμφάνιση του επόμενου επικίνδυνου ιού. Οι τεράστιες ποσότητες δεδομένων που συλλέγουν για τους ιούς παγκοσμίως θα μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιηθούν για να προβλεφθεί ποιοι ιοί ζώων είναι πιθανότερο να μεταφερθούν σε ανθρώπινους πληθυσμούς.

Φυσικά, κάθε μία από αυτές τις προσπάθειες έχει και αντιδράσεις. Η Νίτα Μπάρτι, βοηθός καθηγητή βιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Πέιν Στέιτ, υποστηρίζει ότι τέτοιες μέθοδοι δεν έχουν μόνο θετικά αποτελέσματα, ειδικά όταν αναφερόμαστε και σε φτωχότερες χώρες του πλανήτη, που δεν έχουν την ευχέρεια να συλλέγουν online δεδομένα.

Εν τω μεταξύ, η κατανόηση ενός ιού δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα εμποδιστεί η εξάπλωσή του. Ο έμπολα ήταν γνωστός εδώ και δεκαετίες μέχρι και πριν από το ξέσπασμά του, που σκότωσε περισσότερους από 11.000 ανθρώπους στη δυτική Αφρική από το 2014 έως το 2016. «Μπορεί να είναι συναρπαστική η χαρτογράφηση ενός ιού, αλλά δεν είναι χρήσιμη», συμπληρώνει η Μπάρτι.

Το πρόγραμμα θα κοστίσει 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια κι αυτός είναι ακόμη ένας λόγος για τον οποίον υπάρχουν αντιδράσεις.

Τέλος, πιο ψύχραιμες φωνές συναινούν στο ότι είναι προτιμότερο να αποτρέπονται μεμονωμένα τα κρούσματα νέων ιών που εμφανίζονται, παρά να προβλέπουμε την εμφάνισή τους.

Πηγή: huffingtonpost.gr

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print

Ετικέτες

[adrotate banner="18"]
[adrotate banner="5"]
[adrotate banner="6"]

Πρόσφατα Άρθρα

Follow Us

[et_bloom_inline optin_id="optin_3"]