Βαθύτερη η ύφεση στο 7,5% για το 2020 – Ανάκαμψη 5,6% το 2021

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print

Βαθύτερη ύφεση 7,5% της ελληνικής οικονομίας για το 2020 προβλέπει το βασικό σενάριο της Τράπεζας της Ελλάδος, έναντι προηγούμενης εκτίμησης για 5,8% συρρίκνωση του ΑΕΠ. Το δυσμενές σενάριο παραμένει στο 9,4%, στην περίπτωση που υπάρξουν αρνητικές εξελίξεις στο μέτωπο της πανδημίας, τόνισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας. Μιλώντας σε εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών του Ευάγγελου Βενιζέλου, ο κ. Στουρνάρας επισήμανε ότι για το 2021 αναμένεται σημαντική ανάκαμψη της τάξης του 5,6 % στο βασικό σενάριο. «Βασικός παράγοντας που θα καθορίσει τις εξελίξεις είναι η παρατηρούμενη αύξηση της αποταμίευσης και πότε αυτή θα μετατραπεί σε καταναλωτική ή επενδυτική δαπάνη», ανέφερε. Το πρόβλημα των μη-εξυπηρετούμενων δανείων παραμένει «αγκάθι», καθώς η πανδημία αναμένεται να δημιουργήσει «κόκκινα» δάνεια 8-10 δισ. ευρώ.

‘Οσον αφορά τις δημοσιονομικές εξελίξεις, για το 2020 αναμένεται πρωτογενές έλλειμμα περίπου 6% για το 2020 (εξαιρουμένων των εσόδων στο πλαίσιο των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος) λόγω των μέτρων που ελήφθησαν για την πανδημία και λόγω της πτώσης των φορολογικών εσόδων από την σημαντική συρρίκνωση του ΑΕΠ. Το δημόσιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 200% του ΑΕΠ ως συνέπεια των παραπάνω. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η βιωσιμότητα του χρέους μεσοπρόθεσμα (τοκοχρεολύσια κάτω του 15% του ΑΕΠ) συνεχίζει να ισχύει κάτω από εύλογες υποθέσεις εξέλιξης του ονομαστικού ΑΕΠ, τόνισε ο διοικητής της ΤτΕ.

Αναφερόμενος στις τραπεζικές εξελίξεις στην Ελλάδα, ο κ. Στουρνάρας  παρατήρησε ότι οι συνθήκες ρευστότητας παραμένουν πολύ θετικές, με σημαντική αύξηση των καταθέσεων. Το πρόβλημα όμως εντοπίζεται στον όγκο των μη εξυπηρετούμενων δανείων(ΜΕΔ), που ανερχόταν στα 60 δισ. ευρώ με στοιχεία α’ εξαμήνου 2020, δεύτερον στην ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών λόγω του αυξανόμενου ποσοστού της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC) στα συνολικά εποπτικά κεφάλαιά τους,  στον κίνδυνο ξαφνικής αύξησης των μη εξυπηρετούμενων (cliff effect) μετά το τέλος των moratoria, ο οποίος μπορεί να αποφευχθεί εφόσον οι τράπεζες αναλάβουν εγκαίρως τις απαραίτητες προβλέψεις.

Η εφαρμογή του σχεδίου Ηρακλής έχει πολύ θετικά αποτελέσματα, σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, αλλά: (α) δεν επαρκεί από μόνο του λόγω του όγκου των ΜΕΔ και (β) δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το πρόβλημα της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης. Απαιτείται και συμπληρωματική λύση που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα και τα δύο προβλήματα.

«Η Τράπεζα της Ελλάδος και οι σύμβουλοί της (Rothschild, BCG, Deloitte) έχουν προετοιμάσει μία λύση η οποία στηρίζεται σε μία Εταιρεία Διαχείρισης Ενεργητικού (AMC) στην οποία θα μεταφερθούν σε εθελοντική βάση, αρχικά στην λογιστική τους αξία, τα ΜΕΔ που θα περισσέψουν μετά την εφαρμογή του σχεδίου Ηρακλής στις τράπεζες, και αυτά που θα δημιουργηθούν από την πανδημία (περίπου 8-10 δισ. ευρώ). Το σύνολο των δύο αυτών κατηγοριών ΜΕΔ εκτιμάται σε 40-45 δισ. ευρώ περίπου. Το σχέδιο προβλέπει σταδιακή απορρόφηση των ζημιών των τραπεζών σε ικανό βάθος χρόνου, ενώ η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση θα ενεργοποιείται όταν παρουσιάζονται ζημιές. Επίσης η Εταιρεία Διαχείρισης Ενεργητικού θα χρησιμοποιήσει την υποδομή των servicers που έχει ήδη δημιουργηθεί. Το σχέδιο αναμένεται να κατατεθεί στην κυβέρνηση και στους αρμόδιους ευρωπαϊκούς θεσμούς προς το τέλος Σεπτεμβρίου», διευκρίνισε.

Στην ομιλία του, ο διοικητής της ΤτΕ υπογράμμισε ότι πολλές φορές τα προβλήματα γεννούν ευκαιρίες, κάτι που μπορεί να γίνει και στην περίπτωση της Ελλάδας, αν εκμεταλλευτεί ορθά τις ευκαιρίες που τώρα παρουσιάζονται. «Υπάρχει μια αξιοσημείωτη αλλαγή στην συμπεριφορά των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) απέναντι στις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνέπειες από την πανδημία, σε σχέση με την αντιμετώπιση προηγούμενων καταστάσεων», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας την κοινή δράση σε επίπεδο Ε.Ε. και το Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δις. ευρώ. Όπως εξήγησε, «η Ελλάδα θα εισπράξει 30,2 δισ. ευρώ σε σταθερές τιμές 2018, εκ των οποίων 17,7 δισ. ευρώ θα είναι επιχορηγήσεις και τα υπόλοιπα 12,5 δισεκ. ευρώ  θα είναι πολύ χαμηλότοκα δάνεια, για δράσεις αναπτυξιακές, με σημαντικότερες αυτές που αφορούν την μετάβαση στην πράσινη ενέργεια, την εξοικονόμηση ενέργειας, την ψηφιοποίηση του δημόσιου τομέα και της οικονομίας γενικότερα, καθώς και την θωράκιση του τομέα της υγείας. Είναι αξιοσημείωτο ότι η Ελλάδα λαμβάνει αναλογικά πολύ περισσότερα κονδύλια από αυτά που αναλογούν στην κλείδα της (αυτή π.χ. που χρησιμοποιεί η ΕΚΤ στα προγράμματα αγορών κρατικών ομολόγων). Με τα κονδύλια αυτά, εφόσον απορροφηθούν έγκαιρα, εφόσον ενισχύσουν δραστηριότητες με υψηλή εγχώρια προστιθέμενη αξία, δραστηριότητες που προωθούν εξαγωγές και υποκαθιστούν εισαγωγές και εφόσον συνδυαστούν με τις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις, η Ελλάδα θα έχει κάνει τη μετάβαση στο πολυπόθητο νέο αναπτυξιακό πρότυπο», πρόσθεσε.

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print

Ετικέτες