Του Αλέξη Κώτσαλου, Dip Cii*

Η σειρά του HBO Chernobyl που έχει γίνει πια viral παραθέτει με μεγάλη ανάλυση το ζήτημα της διαχείρισης ( aftermath) μιας πυρηνικής καταστροφής εκτεταμένου μεγέθους.

Πως επηρεάζεται όμως η ασφαλιστική βιομηχανία από ένα τέτοιο γεγονός; Οι αποφάσεις μετά την καταστροφή επηρεάζουν σημαντικά το σύνολο της ζημιάς, ενώ όπως είδαμε και στην υπέροχη σειρά Chernobyl, πολλές αποφάσεις μπορεί να είναι αποτέλεσμα άσκησης πολιτικής ή διεθνής διπλωματίας.

Ασφάλιση και Πυρηνικά Ατυχήματα

Ο κίνδυνος των ευθυνών ταξινομείται ως γενικευμένος καθώς δεν μπορούν να προσδιοριστούν ή να περιοριστούν οι συνέπειες ενός τέτοιου γεγονότος.

Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την Πυρηνική βιομηχανία από  την μεριά του ασφαλιστή και του διαχειριστή κινδύνων. Παρόλο που η ραδιενεργής ακτινοβολία είναι βασική εξαίρεση σε όλα ανεξαιρέτως τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, παρόλα αυτά η ασφαλιστική βιομηχανία αναζητά τρόπους ανακούφισης των ζημιών μέσω της μεταφοράς τους σε ασφαλιστικές εταιρίες ειδικού τύπου, pools ή και εθνικών αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών.

Καταρχήν ισχύει ότι οι φορείς εκμετάλλευσης πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής ευθύνονται αντικειμενικά για τυχόν ζημίες που προκαλούνται από αυτούς, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι πταίσματος . Ως εκ τούτου, έχουν ενδιαφέρον να αναζητήσουν ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης και στις περισσότερες χώρες όπου υπάρχουν πυρηνικοί σταθμοί είναι υποχρεωμένοι εκ του νόμου να ασφαλιστούν.

Οι πιθανές διασυνοριακές συνέπειες ενός πυρηνικού ατυχήματος απαιτούν ένα διεθνές καθεστώς αντιμετώπισης ευθυνών, οπότε οι εκάστοτε εθνικοί νόμοι συμπληρώνονται από ορισμένες διεθνείς συμβάσεις.

Η ευθύνη περιορίζεται τόσο από τις διεθνείς συμβάσεις όσο και από την εθνική νομοθεσία, ώστε πέρα ​​από το όριο  που συνήθως καλύπτεται από την ιδιωτική ασφάλιση, το κράτος καθίσταται υποχρεωμένο να αναλάβει την ευθύνη ως ασφαλιστής έσχατης λύσης, όπως συμβαίνει και σε άλλους γενικευμένους κινδύνους που αντιμετωπίζει η βιομηχανική κοινωνία.

Η διεθνής σύμβαση για τη συμπληρωματική αποζημίωση τρίτων για πυρηνικά ατυχήματα Compensation for Nuclear Damage (CSC) τέθηκε σε ισχύ 15 Απριλίου 2015 και θα αντικαταστήσει σε μεγάλο βαθμό άλλες υπάρχουσες συμβάσεις.

Μια λανθασμένη εκτίμηση σχετικά με την ασφάλιση των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, είναι ότι οι πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής δεν καλύπτονται γενικά από την ιδιωτική ασφάλιση και ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν θέλουν ούτε να ακούσουν για αυτούς τους κινδύνους. Τόσο για την ασφάλιση του ίδιου του εργοστασίου για κινδύνους Πυρός και Διακοπής Εργασιών, όσο και για τυχόν ευθύνες απέναντι σε τρίτους συνεπεία ενός πυρηνικού ατυχήματος. Αυτό συνέβαινε νομοτελειακά τα προηγούμενα 50 χρόνια.

Το πυρηνικό ατύχημα στο νησί Three Mile  το 1979 αν και ιδιαίτερα σοβαρό δεν επιβάρυνε την ασφαλιστική βιομηχανία καθώς  το περίβλημα του αντιδραστήρα περιόρισε σημαντικά τη πυρηνική καταστροφή. Εξαιτίας της ανθεκτικότητάς του δεν προκλήθηκε έκλυση ραδιενεργών υλικών απευθείας στο περιβάλλον.

Επίσης,  το Τσέρνομπιλ δεν ήταν ασφαλισμένο. Το σχέδιο του εργοστασίου που δεν θα ήταν ένας αποδεκτός κίνδυνος την εποχή εκείνη αν η πρώην ΕΣΣΔ ήθελε να μεταφέρει τον κίνδυνο σε μια ασφαλιστική εταιρία, λόγω προφανών έλλειψεων στη δομή συγκράτησης του αντιδραστήρα. Έτσι τα παραπάνω ατυχήματα σε burning cost, δεν επηρέασαν τα ποσοστά των ασφαλίστρων των Δυτικών εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας.

Σήμερα, οι πυρηνικές εγκαταστάσεις δυτικού σχεδιασμού,  δεν είναι αποτρεπτικές  προς ασφάλιση, λόγω των υψηλών μηχανολογικών προδιαγραφών τους αλλά και τα προηγμένα συστήματα διαχείρισης κινδύνων.

Η δομή της ασφάλισης των πυρηνικών εγκαταστάσεων διαφέρει από τους συνήθεις βιομηχανικούς κινδύνους. Οι ασφαλίσεις (άμεσες ζημίες και ασφάλιση αστικής ευθύνης τρίτων) τοποθετούνται είτε σε ένα ή περισσότερα από τα πολλά εθνικά ασφαλιστικά pool που συγκεντρώνουν την κύρια υπάρχουσα ασφαλιστική χωρητικότητα για πυρηνικούς κινδύνους,  σε εγχώριους ασφαλιστές στην εκάστοτε χώρα,  είτε σε έναν από τους οργανισμούς αλληλασφάλισης όπως η Nuclear Electric Insurance Limited (NEIL) ή Overseas NEIL με έδρα τις Η.Π.Α. ή ΕΜΑΝΙ και ΕΛΙΝΗ με έδρα την Ευρώπη. [1] Αυτά είναι δημιουργήματα της ίδιας της πυρηνική βιομηχανία που εξυπηρετούν και προστατεύουν τα συμφέροντά τους όπως κάνουν τα P&I clubs σε περίπτωση ναυτικών ατυχημάτων.  Η ευθύνη έναντι τρίτων προσδιορίζεται από διεθνείς συμβάσεις, εθνικές νομοθεσίες που κατευθύνουν υποχρεωτικά την ευθύνη προς τους φορείς παραγωγής και συγκέντρωση της ασφαλιστικής χωρητικότητας σε περισσότερες από είκοσι χώρες που διαθέτουν πυρηνική βιομηχανία.

Η εθνική προσέγγιση της πυρηνικής ασφάλισης ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1956 ως ένας τρόπος συγκέντρωσης της ασφαλιστικής χωρητικότητας για τη δυνατότητα κάλυψης σοβαρών ατυχημάτων. Άλλα εθνικά pool που δημιουργήθηκαν, διαμορφώθηκαν με βάση το βρετανικό pool- τώρα γνωστό ως Nuclear Risk Insurers Limited, με έδρα το Λονδίνο. Η αμοιβαία κάλυψη ασφαλιστικών πυρηνικών κινδύνων άρχισε με τον πρόδρομο της NEIL το 1973.

Από την εποχή που κατασκευάστηκαν οι πρώτοι πυρηνικοί αντιδραστήρες εμπορικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, υπήρξαν ανησυχίες σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις ενός σοβαρού πυρηνικού ατυχήματος, σε συνδυασμό με το ερώτημα ποιος θα ήταν υπεύθυνος για συνέπειες από τρίτους. Η ανησυχία αυτή βασίστηκε στην υπόθεση ότι ακόμη και με σχέδια αντιδραστήρων που είναι αδειοδοτημένα από τη Δύση, μια αποτυχία ψύξης που προκαλεί την τήξη του πυρήνα θα είχε σοβαρές συνέπειες παρόμοιες με εκείνες της καταστροφής του Τσερνομπίλ το 1986,  γεγονός  που επιβεβαιώθηκε στη Φουκουσίμα το 2011. Υποτίθεται ότι οι ζημίες που προκλήθηκαν θα μπορούσαν να είναι εκτεταμένες, δημιουργώντας την ανάγκη για υποχρεωτικά συστήματα ασφάλισης ζημιών έναντι τρίτων για πυρηνικούς φορείς και διεθνείς συμβάσεις για την αντιμετώπιση διασυνοριακών ζημιών. Από την άλλη πλευρά διαπιστώθηκε ότι η πυρηνική ενέργεια συμβάλλει σημαντικά στην ικανοποίηση των παγκόσμιων ενεργειακών αναγκών και ότι για να συνεχιστεί η παραγωγή, η ευθύνη των επιμέρους φορέων εκμετάλλευσης έπρεπε να περιοριστεί και πέρα ​​από ένα ορισμένο επίπεδο, ο κίνδυνος έπρεπε να κοινωνικοποιηθεί. Το κράτος έπρεπε να αναλάβει την ευθύνη ως ασφαλιστικός  φορέας. Η εμπειρία πάνω από πέντε δεκαετίες έχει δείξει ότι ο φόβος της καταστροφής είναι υπερβολικός,  αν και ο τοπικός αντίκτυπος ενός σοβαρού ατυχήματος ή τρομοκρατικής επίθεσης εμφανίστηκε με μεγάλη δριμύτητα στη Φουκουσίμα το 2011. Αν και η καταγραφή των άμεσων ανθρώπινων απωλειών από το πυρηνικό ατύχημα δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί, σε αντίθεση με τους 19.000 θανάτους από το τσουνάμι που το προκάλεσε, υπολογίζεται ότι περισσότεροι από  150.000 κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Η Πυρηνική Αρχή της Ιαπωνίας  έχει αναφέρει ότι η ποσότητα του ραδιενεργού καισίου που εκλύθηκε στην ατμόσφαιρα, είναι ισοδύναμη με 168  πυρηνικές βόμβες σαν της Χιροσίμα και η οριστική αποσυναρμολόγηση του σταθμού δεν αναμένεται να επιτευχθεί πριν από τα μέσα του αιώνα.

Εκτός από την πραγματική φυσική ζημιά στα εργοστάσια, τα ατυχήματα του Τσερνομπίλ και της Φουκουσίμα προκάλεσαν το αμείλικτο ερώτημα για το πώς προσδιορίζονται στην πραγματικότητα οι ζημιές από τις ραδιενεργές απελευθερώσεις, που στοιχειοθετούν και την νομική ευθύνη του φορέα. Και τα δύο ατυχήματα οδήγησαν σε ραδιενεργό μόλυνση των γύρω περιοχών, αλλά το μέγεθος της ζημιάς ευθύνης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα κυβερνητικά διατάγματα που επεκτείνουν ή χαλαρώνουν την πολιτική εκκένωσης των ανθρώπων. Αυτές οι κυβερνητικές αποφάσεις με τη σειρά τους εξαρτώνται από την εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεων στην υγεία από την έκθεση σε ακτινοβολία, με την επιστήμη αλλά και το υποκειμενικό συναίσθημα του λαού σχετικά με τα επίπεδα του κινδύνου, να τροφοδοτούν αυτή την αξιολόγηση, η οποία τελικά όπως είδαμε και στις δύο περιπτώσεις ( Τσέρνομπιλ και Φουκουσίμα) έχει στο τέλος καταστεί πολιτική απόφαση. Το κόστος και των δύο ατυχημάτων τόσο σε ανθρώπινο όσο και σε χρηματικό επίπεδο αυξήθηκε σημαντικά με την εφαρμογή ορίων έκθεσης στην ακτινοβολία που καθορίστηκαν με βάση τις υποτιθέμενα ιδανικές φυσιολογικές συνθήκες που σχετίζονται με πυρηνική ακτινοβολία και ιατρική επιστήμη. Αυτά τα όρια είναι συνήθως πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα που δοκιμάζουν καθημερινά πολλοί άνθρωποι στη διαβίωσή τους. Μια εναλλακτική λύση θα ήταν να εφαρμοστούν όρια τα οποία ήταν «τόσο υψηλά όσο λογικά ασφαλή» ώστε κάτω από ορισμένα φυσικά επίπεδα έκθεσης να μην προκαλούν διακριτές επιπτώσεις στην υγεία. Έτσι, οι φορείς εκμετάλλευσης, κυρίως στη Φουκουσίμα, υπέστησαν τεράστιο κόστος όχι μόνο λόγω των ζημιών ή των πραγματικών επιπτώσεων στην υγεία από ραδιενεργές εκλύσεις, αλλά κυρίως λόγω κυβερνητικών αποφάσεων σχετικά με τη διατήρηση της εκκένωσης σημαντικών περιοχών για χρόνια, και επιβάλλοντας γενναιόδωρες αποζημιώσεις, ακόμη και για περιόδους που η μόλυνση θα προκαλούσε χαμηλά σε έκθεση επίπεδα.

Τα θύματα του τσουνάμι της Ιαπωνίας έλαβαν την ελάχιστη αποζημίωση. Οι περισσότεροι θέλουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, αλλά δεν μπορούν επειδή τα σπίτια τους έχουν καταστραφεί. Εν τω μεταξύ, πολλά από τα θύματα της Φουκουσίμα μπορούν να επιστρέψουν στην περιοχή τους αλλά και να διαλέξουν να παραμείνουν μακριά και να ευημερήσουν από την τεράστια κυβερνητική αποζημίωση η οποία ανήλθε σε πάνω από 42 δισεκατομμύρια $ μέχρι τον Αύγουστο του 2014 για περίπου 75.000 εκτοπισμένους. Αυτές οι πληρωμές θα συνεχιστούν μέχρι το 2021, αλλά θα σταματήσουν ένα χρόνο μετά την επιστροφή των κατοίκων στα σπίτια τους κάτι που οι κάτοικοι αποφεύγουν λόγω της γενναίας χρηματοδότησης των αποζημιώσεων. Αντίθετα, από τα τα περίπου 300.000 θύματα του τσουνάμι, το ένα τρίτο έχει μετακομίσει σε άλλα μέρη της Ιαπωνίας και τα υπόλοιπα έχουν λάβει ως συνολική αποζημίωση λιγότερο από το ήμισυ του συνολικού ποσού που καταβάλλεται στους πυροσβέστες πυρηνικών ατυχημάτων, αν και οι περισσότεροι δεν χρειάζεται να παραμείνουν μακριά από τα σπίτια τους.

ΑΡΧΕΣ ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

Οι περισσότερες συμβάσεις και νόμοι σχετικά με την ευθύνη πυρηνικών ατυχημάτων, έχουν στην καρδιά τους τις ακόλουθες αρχές:

  • Αυστηρή ευθύνη του πυρηνικού φορέα εκμετάλλευσης
  • Αποκλειστική ευθύνη του φορέα εκμετάλλευσης μιας πυρηνικής εγκατάστασης
  • Αποζημίωση χωρίς διάκριση λόγω ιθαγένειας, διαμονής ή κατοικίας
  • Υποχρεωτική οικονομική κάλυψη της ευθύνης του φορέα εκμετάλλευσης
  • Αποκλειστική δικαιοδοσία (μόνο τα δικαστήρια του κράτους στο οποίο συμβαίνει το πυρηνικό ατύχημα έχουν δικαιοδοσία)
  • Περιορισμός ευθύνης σε ποσό και σε χρόνο

Η αυστηρή ευθύνη σημαίνει ότι το θύμα απαλλάσσεται από την απόδειξη βλάβης. Σε περίπτωση ατυχήματος, ο φορέας εκμετάλλευσης (σταθμός ηλεκτροπαραγωγής, εμπλουτισμός / εγκατάσταση καύσιμου, μονάδα επανεπεξεργασίας) είναι υπεύθυνος ανεξάρτητα από το αν μπορεί να αποδειχθεί κάποιο σφάλμα ή αμέλεια. Αυτό απλοποιεί τη διαδικασία επίλυσης διαφορών, καταργώντας τυχόν εμπόδια, ιδίως αυτά που μπορεί να υπάρχουν με το βάρος της απόδειξης, δεδομένης της πολυπλοκότητας της πυρηνικής επιστήμης.

Αυστηρή ευθύνη σημαίνει ότι ο αιτών δεν χρειάζεται να αποδείξει πώς συνέβη το ατύχημα. Η αποκλειστική ευθύνη του πυρηνικού παραγωγού ενέργειας σημαίνει ότι σε περίπτωση ατυχήματος, όλες οι αξιώσεις πρέπει να ασκηθούν κατά του πυρηνικού φορέα εκμετάλλευσης. Αυτό το νόμιμο κανάλι ισχύει  ανεξάρτητα από την αιτία του ατυχήματος. Οι προμηθευτές του εργοστασίου ή οι κατασκευαστές αυτού προστατεύονται από δημόσιες αγωγές σε περίπτωση ατυχήματος. Και πάλι αυτό απλοποιεί τη διαδικασία επειδή οι αιτούντες δεν χρειάζεται να εκτιμήσουν ποιος είναι υπεύθυνος. Σύμφωνα με το νόμο θα είναι απαραίτητα ο πυρηνικός φορέας.

Αποκλειστική αρμοδιότητα σημαίνει ότι μόνο τα δικαστήρια της χώρας όπου συμβαίνει το ατύχημα έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν αξιώσεις αποζημίωσης. Αυτό έχει δύο επιπτώσεις. πρώτον, εμποδίζει τη λεγόμενη αγορά διεθνούς δικαιοδοσίας, όπου οι αιτούντες προσπαθούν να βρουν πιο φιλικά τα δικαστήρια και εθνική νομοθεσία για τις αξιώσεις τους, παρέχοντας έτσι στους πυρηνικούς φορείς ένα βαθμό βεβαιότητας και προστασίας. Δεύτερον, εντοπίζει το αρμόδιο δικαστήριο κοντά στην πηγή βλάβης, που σημαίνει ότι τα θύματα δεν πρέπει να ταξιδεύουν πολύ για να υποβάλουν αξιώσεις. Αυτό, σε συνδυασμό με την αποκλειστική ευθύνη, εξασφαλίζει την πρόσβαση των αρμόδιων δικαστηρίων, ακόμη και όταν το ατύχημα σχετίζεται με τη μεταφορά και η σχετική εταιρεία βρίσκεται μακριά. Ο περιορισμός της ευθύνης προστατεύει τους μεμονωμένους πυρηνικούς φορείς και επομένως είναι συχνά αμφιλεγόμενο. Με τον περιορισμό του ποσού που θα έπρεπε να καταβάλουν οι φορείς εκμετάλλευσης, οι κίνδυνοι ενός ατυχήματος ουσιαστικά κοινωνικοποιούνται. Πέρα από ένα ορισμένο επίπεδο ζημιών, η ευθύνη μεταβιβάζεται από τον συγκεκριμένο φορέα είτε στο κράτος είτε σε μια αμοιβαία συλλογική ομάδα πυρηνικών φορέων ή και στις δύο περιπτώσεις. Στην ουσία, αυτός ο περιορισμός αναγνωρίζει τα οφέλη της πυρηνικής ενέργειας και τη σιωπηρή αποδοχή των κινδύνων που αντιμετωπίζει ένα κράτος, επιτρέποντας την κατασκευή και λειτουργία σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, όπως και με άλλες μεγάλες υποδομές. Αυτές οι αρχές εξασφαλίζουν ότι σε περίπτωση ατυχήματος, είναι διαθέσιμα αξιόλογα επίπεδα αποζημίωσης θυμάτων συνεπεία πυρηνικού ατυχήματος με τη μεγαλύτερη δυνατή  ευκολία διάθεσης.

Σύμφωνα με την World Atomic Association, 442 αντιδραστήρες παγκοσμίως καλύπτουν περίπου το 15% των ενεργειακών αναγκών του πλανήτη. Μάλιστα σχεδιάζεται η κατασκευή περισσότερων από 115 καινούργιων αντιδραστήρων, οι περισσότεροι από τους οποίους θα εγκατασταθούν στην Ασία, και ήδη 65 αντιδραστήρες βρίσκονται σε στάδιο κατασκευής.

Η ασφαλιστική βιομηχανία παρόλο που στην Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με καχυποψία και μεροληπτικές ιδεοληψίες από μεγάλο μέρος του εγχώριου πολιτικού συστήματος και κάποιων υποστηρικτών του, αποδεικνύει ότι με τη χρήση της επιστήμης στη διαχείρισης των κινδύνων, προσφέρει εξαιρετικά χρήσιμες κοινωνικές υπηρεσίες , εξετάζει δράσεις και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε οποιαδήποτε πρόκληση όσο μεγάλη και αν είναι σε όφελος του κοινωνικού συνόλου που με την κατάλληλη πολιτική βούληση, αυτό το όφελος  μπορεί να πολλαπλασιαστεί.

References

IAEA website
Nuclear Risks, by G.C.Warren, British Nuclear Insurers, 2000 (now: Nuclear Risk Insurers)
Brown, O.F. 2004, Nuclear Liability paper at WNA-NEI conference, Madrid
Brain, S. 2006, personal communication (former chairman of the Australian Nuclear Insurance Pool from 1985 to 1997) re initial section
US Nuclear Regulatory Commission, Fact Sheet on Nuclear Insurance and Disaster Relief Funds, June 2011
Tetley, M.G., 2014, Can a cost-effective higher financial limit of liability be achieved for nuclear operators? WNA Symposium 2014
OECD Nuclear Energy Agency, Nuclear Operators’ Third Party Liability Amounts and Financial Security Limits, updated April 2018


[1]
Η Ευρωπαϊκή Αμοιβαία Ασφάλιση για Πυρηνικές Εγκαταστάσεις (EMANI), εστιάστηκε στις φυσικές καταστροφές, ενώ η European Liability Insurance Mutual (ELINI) επικεντρώθηκε στην ασφάλιση ευθυνών. Και οι δύο οργανισμοί έχουν μέλη έχουν μέλη και εκτός Ευρώπης.


 Τα παραπάνω είναι προσωπικές απόψεις και δεν εκφράζουν με κανένα τρόπο την εταιρία που εργάζομαι ή τις απόψεις της Διοίκησής της


*Έχει διατελέσει για χρόνια underwriter κλάδου Περιουσίας μεγάλων επιχειρήσεων, ενώ τα τελευταία χρόνια είναι υπεύθυνος ζημιών marine μεγάλης ασφαλιστικής εταιρίας. Είναι τακτικός εισηγητής του Ελληνικού Ινστιτούτου Ασφαλιστικών Σπουδών ΕΙΑΣ σε θέματα Τεχνικών διαπραγματεύσεων και ασφάλισης Πυρός και Διακοπής εργασιών.

Print Friendly, PDF & Email